Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Αστερόσκονη


Κάπου στο παγωμένο πρωινό. Άνοιγε το παράθυρο, μπας και διευκολύνει την έβλεπε στο βάθος να τρεμοσβήνει μια αχνή αχτίνα. Ήθελε να κατευθυνθεί προς τα εκεί μα κάθε που το αποφάσιζε κείνη έσβηνε Έμενε να περιμένει μέσα  πορεία των γραμμάτων, κάποια πουλιά μέσα στη χαραυγή έδιναν μια στάλα ελπίδα. Μα σαν ξημέρωνε ο Θεός τη μέρα,τα σύννεφα πάλι απειλητικά σκεπάζαν τον ουρανό. Βίαιες ώρες....


Αναρωτιώταν μέρες , μήνες χρόνια , πώς γίνεται και τα μηνύματα δεν φτάνουν ποτέ; Μήπως ήταν κακογραμμένα; Μήπως δεν είχε τη σωστή διεύθυνση; Μήπως δεν υπήρχε παραλήπτης; Μήπως το παρόν κατεδαφίστηκε; 
 « γιατί λένε πως ο ταχυδρόμος χτυπά δυό φορές;» αυτός ο ταχυδρομος μόνο επέστρεφε τα μηνύματα.

Σκέφτηκε ότι ίσως θα έπρεπε να ακολουθήσει παλιές «δοκιμασμένες μεθόδους» μηνύματα σε μπουκάλι σαν αυτά που κάποτε πετούσαν στη θάλασσα οι ναυτικοί...ή μήπως ήταν οι ναυαγοί;
Τούτα δω, πάντα έτσι ήταν, έφευγαν όμορφα σε ένα λευκό χαρτί και χάνονταν  στο δρόμο χρόνια τώρα'   μα δεν  εγκαταλείπει την προσπάθεια ,γιατί είναι κάτιβράδια που κάποιο αστέρι της νυχτιάς ρίχνει λιγάκι αστερόσκονη και όλα πάλι φωτίζονται.
 Μια μικρή χαραμάδα ανοίγει στ΄όνειρο αιφνιδιαστικά, στριμώχνεται εκεί και περνάει στην άλλη διάσταση.
Σ’ εκείνη της διαίσθησης, της σύμπτωσης , της λύτρωσης. Κι ανοίγει  τα μάτια και  βλέπει τα άσπρα πουλιά να πετούν προς το Βορρά, θυμάται κείνο το στίχο που έμαθε «λευκά πουλιά στα χαμηλά πετούμενα» και συνεχίζει να ονειρεύεται.