Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεώργιος Σεφέρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεώργιος Σεφέρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Γιώργος Σεφέρης - Οι Γάτες τ᾿ Αι-Νικόλα

 


Τὸν δ᾿ ἄνευ λύρας ὅμως ὑμνωδεῖ θρῆνον Ἐρινύος αὐτοδίδακτος ἔσωθεν θυμός,
οὐ τὸ πᾶν ἔχων ἐλπίδος φίλον θράσος. ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ. 990 ἔπ.

«Φαίνεται ο Κάβο-Γάτa», μου είπε ο καπετάνιος
δείχνοντας ένα χαμηλό γιαλό μέσα στο πούσι
τ' άδειο ακρογιάλι ανήμερα Χριστούγεννα,
«και κατά τον Πουνέντε αλάργα το κύμα γέννησε την
Αφροδίτη.
λένε τον τόπο Πέτρα του Ρωμιού.
Τρία καρτίνια αριστερά!»
Είχε τα μάτια της Σαλώμης η γάτα που έχασα τον άλλο
χρόνο
κι ο Ραμαζάν πώς κοίταζε κατάματα το θάνατο,
μέρες ολόκληρες μέσα στο χιόνι της Ανατολής
στον παγωμένον ήλιο
κατάματα μέρες ολόκληρες ο μικρός εφέστιος θεός.
Μη σταθείς ταξιδιώτη.
«Τρία καρτίνια αριστερά» μουρμούρισε ο τιμονιέρης.

...ίσως ο φίλος μου να κοντοστέκουνταν,
ξέμπαρκος τώρα
κλειστός σ' ένα μικρό σπίτι με εικόνες
γυρεύοντας παράθυρα πίσω απ' τα κάδρα.
Χτύπησε η καμπάνα του καραβιού
σαν τη μονέδα πολιτείας που χάθηκε
κι ήρθε να ζωντανέψει πέφτοντας
αλλοτινές ελεημοσύνες.

«Παράξενο», ξανάειπε ο καπετάνιος.
«Τούτη η καμπάνα-μέρα που είναι-
μου θύμισε την άλλη εκείνη, τη μοναστηρίσια.
Διηγότανε την ιστορία ένας καλόγερος
ένας μισότρελος, ένας ονειροπόλος.

»Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας,
-σαράντα χρόνια αναβροχιά-
ρημάχτηκε όλο το νησί.
πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τούτο τ' ακρωτήρι,
χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου
και φαρμακερά.
Το μοναστήρι τ' ΄Αι-Νικόλα το είχαν τότε
Αγιοβασιλείτες καλογέροι
κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια
κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή.
τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέφαν.
Την κάθε αυγή χτυπούσε μια καμπάνα
και ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη.
Όλη μέρα χτυπιούνταν ως την ώρα
που σήμαιναν το βραδινό ταγίνι.
Απόδειπνα πάλι η καμπάνα
και βγαίναν για τον πόλεμο της νύχτας.
Ήτανε θαύμα να τις βλέπεις, λένε,
άλλη κουτσή, κι άλλη στραβή, την άλλη
χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι.
Ετσι με τέσσερεις καμπάνες την ημέρα
πέρασαν μήνες, χρόνια, καιροί κι άλλοι καιροί.
Άγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος
χαθήκανε. δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι.
Ωσάν καράβι καταποντισμένο
τίποτε δεν άφησαν στον αφρό
μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
Γραμμή!
Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες
παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα
το αίμα το φαρμακερό των ερπετών.
Αιώνες φαρμάκι. γενιές φαρμάκι».
«Γραμμή!» αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης.

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1969

 
Του Αη Νικόλα σήμερα , της γης και του πελάγου
Ο Γιώργος Σεφέρης, πέρασε από το  Κάβο Γάτα της Κύπρου,  το 1952 άκουσε από κάποιο μοναχό την ιστορία : Κάποτε έπεσε ανομβρία στο νησί για πολλά χρόνια και γέμισε ο τόπος φίδια. Τότε οι μοναχοί ανέθρεψαν γάτες τις έστελναν έξω από το μοναστήρι να κυνηγήσουν τα φίδια. Η μάχη αυτή των φιδιών με τις γάτες κράτησε χρόνια, στο τέλος εξολόθρευσαν τα φίδια αλλά και οι ίδιες χάθηκαν αφού δεν άντεξαν το δηλητήριο .
Εγραψε λοιπόν αυτό το ποιήμα το οποίο  θεωρήθηκε συμβολικό  σχετικά με την δικτατορία ,  φέρνωντας στη μνήμη τις γάτες του μοναστηριού στην Κύπρο που κυνήγησαν το κακό καταστράφηκαν κι αυτές
Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες
παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα
το αίμα το φαρμακερό των ερπετών
Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι.
 

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012


EL PAPEL BLANCO DURO ESPEJO


" El papel blanco duro espejo sólo devuelve eso que fuiste. El papel blanco habla con tu voz, tu propia voz, no aquélla que te gusta, tu música en la vida esa que derrochaste. Puede que no vuelvas a ganar si lo deseas, si te clavas a esa cosa indiferente que te lanza atrás ahí dónde empezaste. Viajaste, muchas lunas viste, muchos soles, tocaste muertos y vivos, sentiste el dolor del bravo mozo y el gemido de la mujer, la amargura del niño inmaduro, cuanto has sentido se derrumba sin sustento si a este vacío no te fías. Quizás ahí encuentres cuanto creíste perdido, el brote de la juventud, el justo naufragio de la edad. Tu vida en cuanto diste, este vacío es cuanto diste, el blanco papel."



Χαϊκού  ΙΕ΄-Γιώργος Σεφέρης
Βουλιάζει ο κόσμος

κρατήσου, θα σ΄ αφήσει

μόνο στον ήλιο.

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Σεπτέμβρης

θησαυροί της θάλασσας

 


Θερινό ηλιοστάσι ΙΑ'-Γιώργος Σεφέρης


Η θάλασσα που ονομάζουν γαλήνη
πλεούμενα κι άσπρα πανιά
μπάτης από τα πεύκα και τ' Όρος της Αίγινας
λαχανιασμένη ανάσα·
το δέρμα σου γλιστρούσε στο δέρμα της
εύκολο και ζεστό
σκέψη σχεδόν ακάμωτη κι αμέσως ξεχασμένη.

Μα στα ρηχά
ένα καμακωμένο χταπόδι τίναξε μελάνι
και στο βυθό-
αν συλλογιζόσουν ως πού τελειώνουν τα όμορφα νησιά.

Σε κοίταζα μ' όλο το φως και το σκοτάδι που έχω.

Γιώργος Σεφέρης


Solsticio de verano

ΙΑ

El mar que nombran la serenidad
barcos y velas blancas
brisa desde los pinos y el Monte de Egina
respiración jadeante;
resbalaba tu piel sobre la piel de ella fácil y cálida
cual incipiente pensamiento que se olvida al punto.

Pero en los médanos
un pulpo arponeado lanzó tinta
y en el fondo—
si pudieras pensar hasta donde terminan
las hermosas islas.

Mirábate con toda la luz y la tiniebla que poseo.




 

Πέμπτη 3 Μαΐου 2012


Ο Βασιλιάς της Ασίνης

Ασίνην τε  Ιλιάδα



.......Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας

κι από το βάθος της  σπηλιάς μια νυχτερίδα τρομαγμένη

χτύπησε πάνω στο φως σαν τη σαϊτα πάνω στο σκουτάρι:

"Ασίνην τε Ασίνην τε...". Να 'ταν αυτή ο βασιλιάς της

    Ασίνης που τον  γυρεύουμε τόσο προσεχττκά

σε τούτη την ακρόπολη

αγγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την υφή του πάνω

    στις πέτρες.

 «Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄» Γ. Σεφέρης

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

«Η υψηλότερη μορφή της Άνοιξης που ξέρω: μια Ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα»,





"Η υψηλότερη μορφή της Άνοιξης που ξέρω: μια Ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα»,
(Γ. Σεφέρης, Δοκιμές, Βʼ 94).
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΘΕΑΤΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 
(1984) Ελύτης Οδυσσέας Ημ. Έκδοσης: 01/01/1984

Εκδότης Ύψιλον


Μ. ΤΡΙΤΗ, 21

Μόλις σήμερα βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέ-
ρετρο. Με πήραν κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο.



Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να: η μητέρα
μου, μ' ένα μεγάλο άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της
κρεμασμένο στο στήθος
.

Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα.

Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω, γιατί λιποθύμησα

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012


Φυγή -Γεώργιος Σεφέρης

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.

Kι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ' όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.