Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2007

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2007

Να τα πούμε;



ΚΑΛΑΝΤΑ
Η ύπαρξη τραγουδιών που μοιάζουν με τα κάλαντα έχουν ρίζες βαθιά στην ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας.
Τα παιδιά με ομοίωμα καραβιού ή με κλαδί ελιάς ή δάφνης στο οποίο κρεμούσαν κόκκινες και άσπρες κλωστές τα τραγουδούσαν .


Χριστουγεννιάτικα κάλαντα
Καλήν εσπεραν άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν Γέννησιν να πω στ' αρχοντικό σας.
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει.
Οι ουρανοί αγάλλονται χαίρει η κτήσις όλη.
Εν τω σπηλαίω τίκτεται εν φάτνη των αλόγων
ο Βασιλεύς των ουρανών και Ποιητής των όλων.
Πλήθος αγγέλων ψάλλουσι το "Δόξα εν υψίστοις".
Και τούτο άξιον εστί η των ποιμένων πίστις.
Καλήν ημέραν άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν Γέννησιν να πω στ' αρχοντικό σας.
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει.
Οι ουρανοί αγάλλονται χαίρει η κτήσις όλη.
Εν τω σπηλαίω τίκτεται εν φάτνη των αλόγων
ο Βασιλεύς των ουρανών και Ποιητής των όλων.
Πλήθος αγγέλων ψάλλουσι το "Δόξα εν υψίστοις".
Και τούτο άξιον εστί η των ποιμένων πίστις.


Χίλιες φορές μας είχε πει ο παππούς την ιστορία για την παράξενη μοίρα τους.
Να πελεκάνε αιώνες τώρα το δέντρο που στηρίζει τον απάνω κόσμο
και να το ρίξουν χάμω –πλαφ!- σαν άδειο μπαλόνι.

«Χο, χο, χο!» γέλαγε ο παππούς μου.
«Χο, χο, χο!»
γελάγαμε κι εμείς γιατί τους φανταζόμασταν
εκεί κάτω στα έγκατα της γης να κόβουνε οι έρμοι
και να τραγουδάνε με τις γαϊδουροφωνάρες τους:
Κόβε πριονάκι μου κι η ώρα πλησιάζει.
Χριστούγεννα ζυγώνουνε... το αίμα μας και βράζει!
Οι κακοί άνθρωποι τους φοβούνται και τους σιχαίνονται,
γιατί η ασχήμια των καλικάντζαρων τους θυμίζει τη δικιά τους την ασχήμια.
Οι καλικάντζαροι πάλι το έχουν υπόψη τους
και αυτούς ειδικά τους ανθρώπους διαλέγουν πάντα
για να τους κάνουν τα νεύρα... ΄΄φυτίλια΄΄.
Μάλιστα!!! Η μόνη τους διασκέδαση είναι να ανεβαίνουν
κάθε Χριστούγεννα πάνω στη γη και να δημιουργούν... έκρυθμες καταστάσεις.
Χαρης και Πανος Κατσιμηχα

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2007

St Nickolas Day. Χρόνια Πολλά στους Θαλασσινούς μας.

El santo patrón de los marineros


Σήμερα του Αγίου Νικολάου προστάτη των Θαλασσινών μας , εύχομαι καλές θάλασσες σε όλους όσους ταξιδέυουν και σε όσους γιορτάζουν και ειδικότερα στον nikossan

Σκέφτομαι ότι ίσως σήμερα να γιορτάζουν όχι μόνο οι ταξειδευτές της Θάλασσας , αλλά και οι ταξιδευτές του νου.

Στους ταξιδευτές του διαδυκτίου τους internautas τους ναύτες του διαδυκτίου.

Χρόνια πόλλα κι ο Αη Νικόλας στην πλώρη μας.



Today 6th December is the day of Saint Nickolas the patron of sailors .
In that case I would like to wish to everyone that sails with ships or with his mind,
fair winds and following seas..
A los que navegan por los mares , a los que navegan por los mares de la soledad ,de la esperanza y del pensamiento .
¡Ojala que os acompañen los vientos!
φώτο από το http://www.horc.gr/

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2007

Gardel - Mi Buenos Aires querido

A Fernando

La lengua de las mariposas (ciclo de cine)

Ο δημοκρατικός δάσκαλος που ήταν ερωτευμένος με την ζωή και την ελευθερία

Fernando Fernán Gómez

La lengua de las mariposas


Para que no me olvides


Την Τετάρτη 21 Νοέμβρη ο ηθοποιός , σκηνοθέτης , θεατρικός συγγραφέας Fernando Fernán Gómez πέθανε σε ηλικία 86 ετών .

Μια από τις μεγαλύτερες φιγούρες του Ισπανικού σινεμά , μέλος της Ισπανικής Βασιλικής Ακαδημίας πολυβραβευμένος μεταξύ των οποίων το Εθνικό βραβείο Θεάτρου και κινηματογράφου, το χρυσό μετάλλιο της Ακαδημίας κινηματογράφου , το βραβείο Πρίγκιπας της Αστούριας , πέντε βραβεία Γκόγια , είχε τις περισσότερες υποψηφιότητες για βραβεία από οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο του κινηματογράφου της Ισπανίας.

Γεννήθηκε 28 Αυγούστου 1921 στην Λίμα όταν η μητέρα του η ηθοποιός Carola Fernán-Gómez ,βρισκόταν σε περιοδεία στην Λατινική Αμερική. Μάλιστα εγγράφηκε στο Ληξιαρχείο του Buenos Aires γι αυτό και είχε Αργεντίνικη υπηκοότητα μέχρι το 1984 που πήρε την Ισπανική.
Πρωταγωνιστής σε πάνω από 200 ταινίες , παραγωγός σε 20 περίπου ταινίες , συγγραφέας και ακαδημαϊκός . Ταινίες στις οποίες έχει διαδραματήσει σπουδαίο ρόλο είναι οι
" Botón de ancla, El inquilino, La venganza de Don Mendo, Ninette y un señor de Murcia,
El espíritu de la colmena, Mamá cumple cien años, La colmena, Esquilache, Belle Epoque, El abuelo, Todo sobre mi madre, La lengua de las mariposas 1999 Stico (1984),
Σαν παραγωγός βραβεύτηκε για την ταινία την ταινία El mar y el tiempo (1989),
En 1987, ήταν υποψήφιος για 4 βραβεία Γκόγια για το έργο Ταξίδι στο πουθενά "El viaje a ninguna parte," και για το ρόλο του στο Ο Μαρμπού πήγε στον πόλεμο " Mambrú se fue a la guerra."
Σαν συγγραφές είχε μεγάλη επιτυχία με το έργο Τα ποδήλατα είναι για το καλοκαίρι." Las bicicletas son para el verano" , Εθνικό βραβείο Lope de Vega το 1978, που γυρίστηκε σε ταινία από τον Jaime Chávarri.
Αγαπημένα του τραγούδια τα 'Mi Buenos Aires querido' και 'Caminito' κλασσικά αργεντίνικα τάνγκος της χώρας που είχε την υπηκοότητα γι αυτό και στο Εθνικό Θέατρο την μέρα της κηδείας του ακουγώταν αυτά τα δύο τραγούδια

ΔΕΗ..ΤΑ ΠΑΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ

Κατεβάστε το γενικό για 15 λεπτά ....... στις 15 Δεκε μβρίου .
Από το νέο ΙΝΚΑ
http://newinka%20.wordpress.com%20/.
.ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ ΔΕΙΞΤΕ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΣΑΣ
ΣΤΙΣ 15 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΕΘΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΝΕΕΣ ΑΥΞΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΔΕΗ
15 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΗΜΕΡΑ ΣΑΒΒΑΤΟ ΚΑΙ ΩΡΑ 12.00 TO ΜΕΣΗΜΕΡΙ,
ΓΙΑ 15 ΛΕΠΤΑ ΚΑΤΕΒΑΖΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΟΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΑΚΟΠΤΗ
ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟΥΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΜΕ!!!!
ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΤΟΙΜΟΙ;

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2007

HOMENAJE AL NUEVO CINE ESPAÑOL

EMBAJADA DE ESPAÑA EN ATENAS
PRENSA


HOMENAJE AL NUEVO CINE ESPAÑOL
EN ATENAS

29 de noviembre de 2007– 5 de diciembre de 2007
MIKROKOSMOS Filmcenter

Tras el éxito del homenaje al NUEVO CINE ESPAÑOL en la 48ª edición del Festival de Cine de Salónica, éste se presenta en Atenas y en el cine Mikrókosmos Filmcenter a partir del próximo jueves 29 de noviembre, dando la oportunidad al público ateniense de disfrutar de las películas españolas. Las 17 películas, producidas entre los años 2003-2007, ofrecen un panorama del cine español actual combinando el “cine del autor” con el cine comercial.

Con el motivo de la apertura oficial del homenaje en Atenas, la Embajada de España ofrecerá un vino español el jueves 29 de noviembre a las 20.00 h. en el foyer del cine.

El homenaje se organiza por el Festival de Cine de Salónica, y colaboran el Filmcenter del Centro Cinematográfico de Grecia, la Embajada de España en Atenas, el Instituto Cervantes, y el Ministerio de Cultura de España.


LAS PELÍCULAS
2003
TE DOY MIS OJOS, Iciar Bollain
2004
ASTRONAUTAS, Santi Amodeo
CRIMEN FERPECTO, Alex de la Iglesia
2005
LA VIDA SECRETA DE LAS PALABRAS, Isabel Coixet
LA DOBLE VIDA DEL FAQUIR, Esteve Riambau & Elisabet Cabeza
SUD EXPRESS, Chema de la Peña
EL TAXISTA FUL, Jo Sol
QUINCE DÍAS CONTIGO, Jesús Ponce
PRINCESAS, Fernando León de Aranoa

2006
DIES D'AGOST, Marc Recha
LO QUE SE DE LOLA, Javier Rebollo
HONOR DE CABALLERIA, Albert Serra
FICCIO, Cesc Gay
EL CAMINO DE LOS INGLESES, Antonio Banderas

2007
INVISIBLES, Javier Corcuera, Fernando León de Aranoa, Wim Wenders, Isabel Coixet & Mariano Barroso
LA NOCHE DE LOS GIRASOLES, Jorge Sánchez Cabezudo
LA INFUENCIA, Pedro Aguilera


Para más información:
http://www.filmfestival.gr/

Cine MIKRÓKOSMOS Filmcenter
Av. Syggrou, 106
Metro: Syggrou-FIX
Tel. 210-9215305

ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΝΕΟΣ ΙΣΠΑΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ (29/11/2007)
ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΝΕΟΣ ΙΣΠΑΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

29 Νοεμβρίου 2007– 5 Δεκεμβρίου 2007 / Μικρόκοσμος Filmcenter


Μετά τη μεγάλη επιτυχία που σημείωσε στο 48ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το αφιέρωμα στο Νέο Ισπανικό Κινηματογράφο, μεταφέρεται στην Αθήνα, στον κινηματογράφο Μικρόκοσμος Filmcenter την Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2007 – στο πλαίσιο της ετήσιας δραστηριότητας του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης - δίνοντας στο αθηναϊκό κοινό την ευκαιρία να απολαύσει ταινίες που αναδεικνύουν τις νέες δυνάμεις μιας κινηματογραφίας που έχει αφήσει ανεξίτηλα ίχνη στην παγκόσμια ιστορία της Έβδομης Τέχνης. Το αφιέρωμα που πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Filmcenter του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, θα διαρκέσει μέχρι την Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2007.

Το εκρηκτικό μεσογειακό ταμπεραμέντο θα κυριαρχήσει και στην Αθήνα, όπου το μεγάλο αφιέρωμα στον σύγχρονο Ισπανικό Κινηματογράφο, θα φωτίσει τις πολλαπλές όψεις μιας κινηματογραφίας που βρίσκεται στις επάλξεις της καλλιτεχνικής παραγωγής παγκοσμίως. Μέσα από 17 ταινίες παραγωγής από το 2003 εως το 2007 - που συνδυάζουν ιδανικά, τις ανησυχίες του ‘σινεμά του δημιουργού’ με την εμπορική απήχηση του κινηματογραφικού προϊόντος, το αφιέρωμα χτίζει ένα ψηφιδωτό του σύγχρονου κόσμου, αντανακλώντας τις ευαισθησίες και τους προβληματισμούς των νέων Ισπανών κινηματογραφιστών.

Συνεπές στην αναζήτηση τωνσύγχρονων τάσεων που αναπτύσσονται στον παγκόσμιο κινηματογραφικό πολιτισμό, το Φεστιβάλ υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της Δέσποινας Μουζάκη, φέρνει το κοινό σε επαφή με τα έργα των νέων ισπανών σκηνοθετών που εικονογραφούν τη ζωή στο μεγαλύτερο κομμάτι της Ιβηρικής Χερσονήσου, αποτυπώνοντας το πολύπλοκο μεσογειακό συναίσθημα και εκφράζοντας με τον πλέον γλαφυρό τρόπο τους προβληματισμούς και τα αδιέξοδα της εποχής μας. Σε κάποιες περιπτώσεις αναμετριούνται με αναγνωρισμένους κινηματογραφιστές που έχουν ήδη χαράξει σημαντική πορεία στο σελιλόιντ.

Στο πλαίσιο του αφιερώματος θα προβληθεί μεταξύ άλλων και η ταινία Invisibles σε παραγωγή του πολυβραβευμένου ηθοποιού Χαβιέ Μπαρντέμ, Το ντοκιμαντέρ συγκεντρώνει τις υπογραφές 5 αναγνωρισμένων σκηνοθετών, του Μαριάνο Μπαρόζο, της Ιζαμπέλ Κοϊξέ, του Βιμ Βέντερς, του Χαβιέρ Κορκουέρα και του Φερνάντο Λεόν ντε Αρανόα, οι οποίοι επιλέγουν να αφηγηθούν τις ιστορίες ανθρώπων που ζουν όλη τους τη ζωή στη «σκιά του κόσμου». Οι αόρατοι ήρωες του τίτλου, γίνονται οι ορατοί πρωταγωνιστές των 5 ιστοριών που συνθέτουν το ντοκιμαντέρ Invisibles.

Η αυτοβιογραφική ταινία Dies d’ agost του Μαρκ Ρέχα / MarcRecha ταξιδεύει στο μαγικό καταλανικό τοπίο με «οδηγούς» τον ίδιο τον σκηνοθέτη και τον αδερφό του DavidRecha, οι οποίοι μοιράζονται με τους θεατές σκέψεις για τη ζωή, τη φύση και το παρελθόν, ενώ παράλληλα ανακαλύπτουν ξεχωριστούς ανθρώπους, οικογενειακές ρίζες, αλλά και έναν χαμένο παράδεισο.

Η ταινία Honor de Cavalleria του Αλμπέρ Σέρα / Albert Serra αποτελεί ελεύθερη διασκευή του Δον Κιχώτη, με επιρροές από το κινηματογραφικό σύμπαν του Μπρεσόν και του Όζου. Ο δημιουργός εμπνέεται από το σινεμά κορυφαίων κινηματογραφιστών και διεισδύει στην ουσία του αριστουργήματος του Θερβάντες, ακολουθώντας τα ίχνη των δυο κεντρικών ηρώων, του Δον Κιχώτη και του πιστού συντρόφου του, Σάντσο Πάντσα.

Το αφιέρωμα, πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Θερβάντες, την Ισπανική Πρεσβεία στην Ελλάδα και το Ισπανικό Υπουργείο Πολιτισμού.

ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΟΥ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ:

2003
TE DOY MIS OJOS, Iciar Bollain

2004
ASTRONAUTAS, Santi Amodeo
CRIMEN FERPECTO, Alex de la Iglesia

2005
LA VIDA SECRETA DE LAS PALABRAS, Isabel Coixet
LA DOBLE VIDA DEL FAQUIR, Esteve Riambau & Elisabet Cabeza
SUD EXPRESS, Chema de la Peña
EL TAXISTA FUL, Jo Sol
QUINCE DÍAS CONTIGO, Jesús Ponce
PRINCESAS, Fernando Leon de Aranoa

2006
DIES D'AGOST, Marc Recha
LO QUE SE DE LOLA, Javier Rebollo
HONOR DE CABALLERIA, Albert Serra
FICCIO, Cesc Gay
EL CAMINO DE LOS INGLESES, Antonio Banderas

2007
INVISIBLES, Javier Corcuera, Fernando León de Aranoa, Wim Wenders, Isabel Coixet & Mariano Barroso
LA NOCHE DE LOS GIRASOLES, Jorge Sanchez Cabezudo
LA INFUENCIA, Pedro Aguilera

Cancao do Mar

Εξαιρετικό κομμάτι

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2007

Μητροπολιτικό Πάρκο Ελληνικού

θα είμαστε αύριο περήφανοι;
ή ένοχοι ;



Jurong Bird Park Singapore




Ο χάρτης έιναι Από το πάρκο της Νέας Ορλεάνης , που παρότι πνίγηκε απο τον τυφώνα Κατρίν δεν σκέφτηκαν να το τσιμεντοποιήσουν
To μεγαλυτερο αστικόΠάρκο στο Πόρτλαντ ..που είναι οι ουρανοξυστες?http://www.friendsofforestpark.org/

Σήμερα στις εφημερίδες γίνεται λόγος για το Πάρκο Ελληνικού για το πάρκο Από τσιμέντο.
Συγχαρητήρια , πρόκειται για πάγκόσμια πατέντα .
Ο υπεχωδε Θα μείνει στην Ιστορία ως ο άνθρωπος που έριξε την χαριστική βολή στην Αθήνα.
Όπως κάποιες δεκαετίες πριν ,κάποιος άλλος φωστήρας είχε την ιδέα να αναπτύξει την πρωτεύουσα καθ΄ύψος και σήμερα δεν βλέπουμε τον περίφημο Αττικό Ουρανό.
Μας παραμυθίαζουν με το " μεγαλύτερο αστικό Πάρκο" με το " αυτοχρηματοδοτούμενο Πάρκο" με την "δημιουργία και άλλων μικρών Πάρκων σε όλη την Αθήνα" .
Αν είναι αλήθεια αυτό γιατί άραγε δεν έχει γίνει ούτε ένα μικρό κηπάκι στην υπόλοιπη Αθήνα, τόσο καιρό;

Είναι τόσο κακό να έχουμε το μεγαλύτερο πάρκο στην Ευρώπη;
Ρίχτε φίλοι μου μια ματιά να δείτε ότι αυτοί που υποστηρίζουν το παραμύθι περί πολλών μικρών παρκων ,
που κάνουν συγκριτικές ερευνες μεταξύ Σεντραλ Πάρκ ( το οποίο βέβαια άντιστοιχεί στο 6% του Μανχάταν) και Ελληνικού
δεν είναι τίποτε άλλο παρά απασχολούμενοι στον κατασκευαστικό τομέα.

Πώς θα κατεβαίνουν οι γονείς στο Ελληνικό;
Μα με το Μετρό που σε Λίγο καιρό θα είναι έτοιμο,ή Οχι;
Δηλαδή Παραλία έχουν όλες οι συνοικίες της Αθήνας; ΟΧΙ. Δεν πάνε όλοι οι κάτοικοι στις παραλίες της Νότιας Αθήνας τα καλοκαιρινά απογεύματα;
Οι Αμπελόκηποι κάποτε ήταν χώρος αναψυχής και κάποιοι τον κατέτρεψαν γιατί πρέπει να χάσουμε κι αυτή την τελευταία ευκαιρία μας για ανάνηψη του Αττικού περιβάλλοντος;;;

Ακόμα περιμένουμε το μικρό άλσος που θα γίνόταν στην συμβολή Αλεξάνδρας , Β. Σοφίας Κηφισίας αντίθετα εκεί δεσπόζουν τα μεγαθήρια τραπεζών!!!! και οι καφετέριες.


Το Parque del Retiro στην Μαδρίτη κάνει σε κανέναν κακό;
Κι αν ακόμη το Ελληνικό για να γίνει και να διατηρηθεί χρειάζεται χρήμα γιατί θα πρέπει να αυτοχρηματοδοτηθεί από το τσιμέντο που μας πνίγει;
Δηλαδή ή τσιμέντο ή Τσιμέντο;;;;
Γιατί να μην δημιουργήσουν χώρους με φυτά και δέντρα οικονομικής εκμετάλλευσης;
Π.χ βοτανικούς κήπους , πώληση φυτών , φυτωρίων , λουλουδιών , περιβόλια εσπεριδοειδών που θα αποφέρουν εισόδημα για την συντήρηση του πάρκου, ακόμα και τις ελιές θα μπορούσατε να φυτέψετε και να εκμεταλλευτείται, αυτές που δεν φυτέψατε το 2004,
ας πουλάτε σπόρους των εξαιρετικών σας φυτών ακόμη και αυγών ή κοτόπουλων όπως γίνεται σε κάποιο πάρκο στην Αμερική.
Σε τόση έκταση μπορείται να κάνετε εξαιρετικά πράγματα χωρίς να βάλετε τσιμέντο. ΑΛΛΆ ΤΟ ΆΤΙΜΟ ΕΊΝΑΙ ΒΑΡΥ ΚΑΙ ΓΙΟΜΗΖΟΥΝ ΟΙ ΤΣΕΠΕΣ
Ας ζητήσουν την βοήθεια του Γεωπονικού Πανεπιστημίου,οι καθηγητές και οι φοιτητές εκεί ξέρουν, να συντονιστούν με τα ΤΕΙ , τα ΕΠΑΛ φυτικής παραγωγής και όχι δομηκών έργων και να το κάνουν κουκλί.
Ας κάνουν κι ένα ζωολογικό κήπο, χώρους για περίπατο, ποδηλασία
Aς χρησιμοποιούν τους κήπος για εκδηλώσεις , για σεμινάρια κηπουρικής , από ιδέες , ένα σωρό αλλά δεν θα πάρουν μπικικίνια οι κατασκευαστές.

Δεν πρέπει να το αφήσουμε αυτό να περάσει έτσι.



Ούτε μια μπουλτόζα δεν θα καταστρέψει κι άλλο το μέλλον της Αθήνας .
Θα βάλουμε και το σώμα μας μπροστά σε αυτά τα φανφαρόνικα σχέδια .
Καλύτερα να θαφτούμε κι εμείς και τα παιδιά μας εκεί παρά να μας σκατοψυχάνε αύριο !!!
Δεν σηκώνει άλλο τσιμέντο αυτός ο τόπος.


ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΣΙΜΕΝΤΟΚΡΑΤΟΡΩΝ



Ας πάρουμε όλοι οι κάτοικοι του λεκανοπεδίου ή και της Ελλάδας ακόμη από ένα μικρό δεντράκι κι ας πάμε κάτω στο Ελληνικό να το φυτέψουμε και να αναλαάβουμε να το φροντίζουμε μέχρι να γίνει τόσο που δεν θα το κουνάει Κανείς.
ΥΙΟΘΕΤΗΣΕ ΚΙ ΕΣΥ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ
ΤΩΡΑ ΓΙΑΤΙ ΑΥΡΙΟ ΘΑ ΕΡΘΕΙ O ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ






« Τέχνη των Αγγειοπλαστών στην Κολομβία»

Το Sinú Artefactos και το AL ANDAR σας προσκαλούν
σε ένα τριήμερο αφιέρωμα στην

« Τέχνη των Αγγειοπλαστών στην Κολομβία»

Στις 5, 6 & 7 Δεκεμβρίου 2007


Την Τετάρτη 5/12 στις 19.00:

Διάλεξη του Álvaro Perry, Ιδρυτή του Sinú Artefactos

« O Πηλός και η χρήση του στην σύγχρονη Κολομβία »


Την Παρασκευή 7/12 στις 19.00:

Διάλεξη του Arturo Vargas, Καθηγητή Λατινοαμερικανικής Ιστορίας και Πολιτισμού στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο

“ Η Αναπαράσταση της προκολομβιανής Κολομβίας στην Κεραμική”.

Η έκθεση (προς πώληση) των Κεραμικών θα παραμείνει ανοικτή

5, 6 & 7 Δεκεμβρίου, 10.00-13.00 & 17.00-20.00

Είσοδος Ελεύθερη



Sinú Artefactos y AL ANDAR les invita a un encuentro con

« Los Artesanos Alfareros de Colombia »

los 5, 6 & 7 de diciembre de 2007


El miércoles 5/12 a las 19.00:

Conferencia de Álvaro Perry, fundador de Sinú Artefactos

« Los pueblos de barro y de sus quehaceres »


El viernes 7/12 a las 19.00:

Conferencia de Arturo Vargas, Profesor de Historia y Civilización Latinoamericanas de la Universidad Nacional Griega de Educación a Distancia, y de la Universidad Nacional y Kapodistriaca de Atenas


« Colombia precolombina y su representación en la cerámica »


La muestra de artefactos para la venta estará abierta los

5, 6 & 7 de diciembre, 10.00-13.00 & 17.00-20.00


Entrada Libre

ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΤΡΙΚΟΥΠΗ 170 Α ● ΑΘΗΝΑ 114 72 ● ΤΗΛ: 210 6454047– 048 ● FAX: 210 6450965
info@alandar.grwww.alandar.gr

Παρουσίαση βιβλίου

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2007, ώρα 8:00 μ.μ.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ
Ο συγγραφέας, διδάκτορας Ισπανικής Φιλολογίας και μεταφραστής
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
θα παρουσιάσει στο ABANICO το κλασικό έργο του
Ραφαέλ Σάντσεθ Φερλόσιο,
Ο Αλφανουί'

Ενα από τα πιο πρωτότυπα έργα
της μεταπολεμικής ισπανικής λογοτεχνίας
γραμμένο από έναν από τους μεγαλύτερους
εν ζωή ισπανούς λογοτέχνες(εκδόσεις Λαγουδέρα)
σε συλλογική μετάφραση από το Μεταφραστικό Τμήμα του ABANICO:
Στέλλα Δούκα
Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη
Δάιρα Ζιούβα
Ζήνα Κουφοπούλου
Βαρβάρα Κυριακοπούλου
υπό την επίβλεψη του καθηγητή Νίκου Πρατσίνη
Σας περιμένουμε!

Κολοκοτρώνη 12 - 1ος όροφος, Αθήνα 105.61
(πίσω από την Παλιά Βουλή)

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007

Πέδρο Πάραμο Pedro Paramo


Ο μαγικός ρεαλισμός


«Εγώ ήρθα στην Κομάλα επειδή μου είχαν πει ότι ο πατέρας μου, κάποιος που τον έλεγαν Πέδρο Πάραμο, ζούσε εδώ. Αυτό μου το είχε πει η μητέρα μου. Και της είχα υποσχεθεί πως θα πήγαινα να τον δω μετά το θάνατό της. Της έσφιξα τα χέρια ως σημάδι ότι θα το έκανα. Εκείνη αργοπέθαινε, κι εγώ θα της υποσχόμουν οτιδήποτε...»

Ο νεαρός , Χουάν Πρεσιάδο, αναζητά τον πατέρα του, Πέδρο Πάραμο για να εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε στην ετοιμοθάνατη μητέρα του. Πηγαίνει προς την Κομάλα μια πόλη φάντασμα , ερημωμένη και σκονισμένη , εκεί ο νεαρός Χουάν έρχεται αντιμέτωπος με τα φαντάσματα του παρελθόντος, που αυτή την φορά έχουν την δύναμη να μιλούν και να περιφέρονται μέσα στην σκονισμένη Κομάλα.


Μέσω της συνομιλίας του με τους νεκρούς , ο Χουάν μαθαίνει το τρομερό μυστικό της Κομάλα -όλοι οι κάτοικοι είναι νεκροί. Από την σοφία των νεκρών μαθαίνειπολλά πράγματα για τη ιστορία του πατέρα του, την κληρονομιά που άφη.

Juan does not discount the wisdom of the dead, and soon learns many things about the history of his father, the legacy he left behind, and frightening specifics about the state of death. Juan δεν εκπτωση η σοφια των νεκρων, και συντομα μαθαινει πολλα πραγματα για την ιστορια του πατερα του, η κληρονομια που αφησε πισω, και τρομακτικη ιδιαιτεροτητες σχετικα με την κατασταση του θανατου. Horrifyingly, many lessons Juan learns about death come from his own termination of life - something that results in his sharing of burial space and the utterances of the dead from underground. Horrifyingly, πολλα διδαγματα Juan μαθαινει για το θανατο προερχονται απο την δικη του τερματισμου της ζωης - κατι που εχει ως αποτελεσμα τον επιμερισμο του χωρου ταφης και τις εμφανισεις των νεκρων απο υπογεια.


Το βιβλιο αυτο χρησιμευει ως συνδεση μεταξυ του παρελθοντος και του παροντος, απαραμιλλη αξια απο το σοκ ακομη Fuentes' Artemio Cruz. After reading this book for two hours straight, the reader starts to wonder whether all that seems to live around him might actually be death in disguise. Μετα την αναγνωση αυτου του βιβλιου για δυο ωρες ευθεια, ο αναγνωστης αρχιζει να αναρωτιεται αν ολα αυτα φαινεται να ζουν γυρω του θα μπορουσε πραγματι να ειναι καλυμμενη θανατο. "Nothing can last forever. There isn't any memory, no matter how intense, that doesn't fade out at last" (Pedro Paramo 93). "Τιποτα δεν μπορει να διαρκεσει για παντα. Δεν υπαρχει μνημη, δεν ανεξαρτητα απο το ποσο εντονος, που δεν σβηστουν επιτελους" (Pedro Paramo 93).


Realismo Magico y Real maravilloso



Claves del Realismo Mágico
CLAVES Y TEORÍAS SOBRE EL REALISMO MÁGICO
El artículo "Un balance crítico: la polémica del Realismo Mágico y Lo Real Maravilloso Americano (1955-1993)" fue publicado en Anales de Literatura Hispanoamericana,
Universidad Complutense de Madrid, 261 (1997) 107-117. ________________________________________________________________________
UN BALANCE CRITICO: LA POLEMICA DEL REALISMO MAGICO Y LO REAL MARAVILLOSO AMERICANO (1955 - 1993)

Por Alicia Llarena Universidad de Las Palmas de Gran Canaria


En nuestros días la narrativa del Realismo Mágico (RM), representada por escritores como Rulfo o García Márquez, y la prosa de Lo Real Maravilloso Americano (LRMA), sustentada por Alejo Carpentier, parecen episodios cerrados, constitutivos de una época específica de la literatura latinoamericana de nuestro siglo.
Desde los años 70 en adelante, y sobre todo en las últimas décadas, la escritura continental transita, como sabemos, por senderos bien distintos, y sus temáticas y estilos se enfrentan, a veces abiertamente, con las tendencias que aquí nos ocupan.

Esta evidencia, junto a la ambigüedad con que se han venido utilizando ambos términos para referirse a autores y aún a conceptos muy distintos, despertó hace tiempo nuestra curiosidad por una intensa polémica que desde los años 50 en adelante no ha dejado de estar presente (con mayor o menor intensidad) en las reflexiones críticas y teóricas sobre la literatura de América Latina.
A pesar de la abundante exégesis que generaron ambos términos, las perspectivas desde las que han sido definidos han sido tantas, y su flexibilidad tan profunda, que sólo en los últimos años ha sido posible abordar la polémica con ciertas garantías.
Con el objeto, precisamente, de establecer un balance crítico en torno al Realismo Mágico y Lo Real Maravilloso Americano, iniciamos una profunda investigación cuyas conclusiones vieron la luz en 1993 [1], y de la que sólo podemos entregar en este espacio sus aspectos prioritarios.
I.- La discusión teórica: fases, equívocos y probabilidades.
Que ambos términos llegaron a convertirse en un lugar común entre la crítica latinoamericana, en una "fórmula que en lugar de establecer una base para el diálogo crítico constituye un verdadero cul-de-sac, un callejón sin salida, un laberinto sin centro" [2], es un hecho conocido por todos.
Tales palabras han servido durante años para describir el estilo de obras y autores que poco tienen en común, restando a su poder de convocatoria la claridad necesaria en un discurso crítico.
Señalaremos, de entrada, que desde los años 50 la crítica ha hecho uso de estas palabras para referirse a cierto tipo de novelas donde la convivencia entre ficción y realidad presenta algunas características específicas.
Sin embargo, tomados algunas veces como (1) meros sinónimos de "Nueva Novela Hispanoamericana", (2) relacionados a menudo con la literatura fantástica, (3) representantes de una literatura de sello mítico, e incluso (4) utilizados en el no menos controvertido debate de la identidad americana como soportes de la reducción sociológica "América versus Europa", lo cierto es que ambos términos encontraron, en esa multiplicidad de orientaciones, su trampa y su fortuna.
Ciertamente, desde 1955 y durante la década de los años 60, los términos se asociaron a la literatura fantástica, al amparo de la definición pionera de Angel Flores, para quien el RM es el rechazo del realismo a través de "la amalgama de realidad y fantasía" y de una fuerte "preocupación por el estilo" [3].
La homologación entre lo mágico y lo fantástico tuvo continuidad en numerosas publicaciones, hasta el punto de que Julieta Campos propusiera un cambio terminológico -el de RM por "Realismo Crítico"- más ajustado a la inspiración formalista que reclamaba Flores [4].
La insistencia en contemplar el RM y LRMA como una variante (o continuación) de la literatura fantástica puede considerarse lógica en los primeros años de la polémica, pues la urgencia por darle nombre al proceso de "desrealización" de la nueva literatura no encontró mejor apodo, ni término tan cercano, como lo es el de "fantástico".
Afortunadamente, esta homologación errónea parece ser en nuestros días uno de los equívocos que la crítica ha logrado deslindar, analizando no tanto la introducción del material fantástico en el plano argumental del relato, sino los distintos gestos gramaticales y sintácticos que los mismos desencadenan. Excelentes en este sentido son los trabajos de Ana María Barrenechea [5] e Irlemar Chiampi [6].
Para Barrenechea es la convivencia "no problematizada" de lo irreal y lo cotidiano lo que diferencia al RM de la literatura fantástica. Por su parte Chiampi se refiere al "Realismo Maravilloso" para designar una escritura caracterizada por la "Poética de la Homología", esto es, por la integración y la equivalencia absoluta de lo real y lo extraordinario, y cuyo "efecto de encantamiento" es radicalmente distinto al de la literatura fantástica.
En la forma narrativa, tal poética de la homologación "exige una retórica persuasiva (un proceso de "verosimilización"), un "trabajo de persuasión que confiere status de verdad a lo no existente" (Chiampi 214-222). Más que como una prolongación de lo fantástico, nuestra autora entiende así el Realismo Maravilloso como una visión crítica de la ideología de la fantasticidad y, en cierto modo, como su epitafio.
En un segundo lugar, abundan los críticos que utilizan los términos RM y LRMA como equivalentes casi perfectos de "literatura moderna" o "nueva narrativa". Así, ambos términos, aunque con especial relevancia el primero, pasaron a ser los significantes predilectos para expresar la filiación formalista de la nueva novela [7], e incluso para referirse a la huella surrealista en todo esfuerzo literario posterior [8], o a la revisión profunda y crítica de nuestra firme creencia en la percepción racionalista de la realidad [9].
Aunque es evidente que sin las nuevas técnicas narrativas no hubieran sido posible ambas tendencias, se trataría ahora no ya de utilizar las fórmulas como sinónimos de nueva ficción, sino de averiguar el modo en que los ingredientes del relato se combinan, de modo particular y específico, en el RM y LRMA.
En un tercer estadio también los términos se asociaron a los ecos que los distintos sustratos míticos de América Latina habían logrado despertar en la nueva narrativa. Así se homologa a menudo el RM y LRMA con "literatura mítica", basándose en el uso preferencial de estos motivos, en el único requisito de su presencia temática. La reincidencia en este aspecto en la polémica está sin duda alguna justificada, sobre todo si se habla de la obra novelística de un Asturias, al que se recurre casi siempre para ejemplificar este presupuesto [10].
También en el caso de Rulfo o Carpentier nos es posible atisbar la sutil predisposición de la narrativa contemporánea para contaminarse de su propio y específico pasado cultural. Pero al margen de ellos, lo mítico opera en gran parte de la narrativa actual, y aparece constantemente como modo de mostrar la particularidad americana frente a la europea, extendiéndose por zonas y épocas distintas del discurso narrativo [11].
Frente a este uso ambiguo y casi indiscriminado de los términos se sitúa aquel sector crítico para el cual los "ecos del sustrato mítico-simbólico" no se basan sólo en su presencia ambiental o temática dentro de la narración. Antes bien, lo mítico constituye sobre todo una "visión analógica" [12], un "nuevo ángulo de visión" [13], o el establecimiento de una "causalidad o conexión" mágica de la realidad [14]; en otras palabras lo mítico es una nueva y atractiva "perspectiva" novelesca.
Finalmente, otra de las tendencias críticas más ambiguas y comunes es la de consolidar las fórmulas como refugios terminológicos con los cuales se explican las diferencias entre América y Europa. Fernando Alegría se refería al "tropicalismo primitivo" (RM) como aquella escritura donde tenía lugar una perpetua contradicción: la oposición radical entre los orígenes del escritor y del lector [15].
Enmarcados en contextos distintos, el encantamiento del texto magicorrealista residía en el desconcierto del lector europeo ante una literatura que describía, con exuberancia tropical, su propia realidad. Así Carlos Rincón con todo ello logra trazar una poética de LRMA como enfrentamiento de contextos culturales transformados en modelos de visión [16]. También Alexis Márquez Rodríguez define "lo barroco" y LRMA como el modo de expresión de una evidente y física americanidad [17].
Si bien es cierto que los contextos determinan las coordenadas artísticas de toda comunidad, también lo es que de modo reiterado sus "gramáticas" (en este caso narrativas) pertenecen a un comercio universal, cuyo espacio sólo está delimitado por las leyes, estructuras y técnicas del lenguaje novelesco, de ahí que nos parezca éste un error delicado e importante.
Por otra parte, si el RM y LRMA dependieran tan sólo de esa acusada percepción europea que los críticos reclaman con tanta intensidad desde los tiempos de Carpentier,
¿qué sentido tiene la participación notable y sustantiva en la confusión terminológica de los propios críticos latinoamericanos, supuestamente "inmunes" ante su realidad?
Pueden recordarse al respecto las excelentes observaciones de Raúl Dorra cuando advierte:"Nos hemos acostumbrado a repudiar un viejo tópico que los europeos solían utilizar para describir nuestra América (...) Cuando algún europeo insiste hoy con esa imagen nos alzamos ante él para reputarlo de ignorante o de perverso.
Y sin embargo ¿no es la imagen que promueve entre nosotros y fuera de nosotros una de las corrientes literarias reputada a su vez como más representativa de nuestra identidad?
¿No podría decir este europeo que aprendió dicha imagen no en lo viejos libros de su continente sino en la literatura del realismo mágico cuyos relatos le aseguran que América es así como él creía?
Entiéndase bien: no discuto la calidad estética de las obras, tampoco la legitimidad con que han sido escritas: sólo me refiero al hecho de que, tomado el realismo mágico como representativo de nuestra identidad revela de inmediato que es una dirección programada desde la perspectiva de la razón occidental, un programa logocéntrico" [18].
Frente a estas perspectivas generalizadoras y ambiguas que hemos señalado hasta aquí, nos propusimos reformular estas tendencias desde sus distintos comportamientos "gramaticales", es decir, desde la organización interna del relato en ambas escrituras: ¿cómo se produce la neutralización entre realidad y fantasía? ¿cómo se consigue el efecto de credibilidad o verosimilitud? ¿son el RM y LRMA sinónimos o difieren entre sí?.
Nuestro análisis de las novelas representativas del RM y LRMA [19] nos permite afirmar que gran parte de la respuesta descansa en el comportamiento y la funcionalidad específica que adquiere la "actitud" (o perspectiva) y el espacio narrativo en cada uno de los casos.
II.- Espacio y perspectiva: claves del Realismo Mágico y Lo Real Maravilloso.
En efecto, a partir de los años 70, sobre todo, el "punto de vista" del narrador fue el aspecto que más veces, y con más razones, se destacó en la polémica, a través de expresiones múltiples que encierran en el fondo el mismo mensaje esencial: unos se refieren al RM como a un "nuevo ángulo de visión" sobre la realidad (Aimée González 1970), otros a la "distancia narrativa" [20], a la "presentación" de lo extraordinario como real y viceversa (González del Valle y Cabrera 1972), a la construcción de un "universo de sentido" (Chiampi, 1980); todas estas expresiones, entre otras, han servido para precisar el modo en que nuestros narradores se enfrentan al suceso extraordinario, el modo en que asumen su compromiso -parcial o global- de naturalizar lo extraño.
Nuestro objetivo, en este caso, ya no era tanto "descubrir" este elemento, ni "discutir" su validez, sino fundamentarlo con un estudio detallado de los textos y el apoyo metodológico oportuno. Si consideramos, por ejemplo, a Hombres de maíz y El reino de este mundo, hallaríamos en ambos casos una omnisciencia narrativa que no es, precisamente, la omnisciencia tradicional; se trata, más bien, de lo que algunos llaman narrador "cuasi-omnisciente" [21] (Tacca 96), de una omnisciencia traicionada por algún objetivo particular del narrador.
En Asturias, por una voluntad de identificación con respecto a la visión indígena; en Carpentier, en cambio, sirve para todo lo contrario: salvaguardarse de una identificación explícita con las visiones (europea y americana) que conviven en la novela.
Por otra parte, mientras el narrador guatemalteco se solidariza permanentemente con sus personajes a través de un análisis y de una enunciación afectivas de los mismos (contribuyendo así a la veracidad de su universo), el cubano instrumentaliza al personaje fluctuando de un modo interesado entre la mirada de éste y su propia perspectiva, como mecanismo de inmunidad frente a lo mágico.
Asturias, Rulfo o García Márquez, se entregan a ese "proceso verosimilizador" constante, sistemático, y logran convertir en ordinario aquello que resulta fantástico en la realidad convencional, ya sea desde la perspectiva de la muerte (Rulfo), desde la causalidad mágica (Asturias) propia de la mentalidad primitiva, o de la "rueda giratoria" [22] de García Márquez, que logra destruir la línea entre lo real y lo extraordinario.
En LRMA la capacidad cohesionadora se escinde, y Carpentier estructura la novela de acuerdo a una arquitectura contrapuntística, a una confrontación de perspectivas (negro/blanco), que da como resultado la sorpresa a través no de la identidad, sino de la diferencia.
El contacto y la convivencia de tales puntos de vista es siempre conflictivo, y su efecto inmediato y evidente el "extrañamiento".
Como resultado de esta actitud narrativa, el compromiso frente a lo extraordinario es aquí un compromiso circunstancial, que nutre de razones puntualmente cada una de las dos perspectivas o polaridades que orientan la novela.
Autenticidad (desde la perspectiva del negro) y extrañamiento (desde la perspectiva del blanco) comparten la objetividad del narrador de modo que LRMA se concreta sólo en el nivel de los personajes (de ciertos personajes con exclusividad), no en el del narrador.
Pero es en la "reflexividad" del discurso donde se encuentra, a nuestro juicio, una de las claves más importantes de ambas escrituras.
En Pedro Páramo y Cien años de soledad el tratamiento fenomenológico de la realidad hace innecesario el uso de explicacones en torno a los sucesos extraordinarios: "presentismo" narrativo o "narración pura" satisfacen plenamente los requisitos magicorrealistas.
Carpentier, sin embargo, tiende a "justificar", más que a "naturalizar", lo extraordinario.
La "fe" narrativa que practica el escritor cubano es en su novela una suerte de justificación textual, de construcción de universos de sentido, que permiten normalizar la percepción de lo extraño desde la racionalidad, desde la credibilidad y la verosimilitud que proporcionan los distintos argumentos (blancos/negros) en cada momento concreto de la narración.
Así, mientras que el RM descarta el "organismo de defensa intelectual" (Alegría 1971:65), suspende el juicio hasta la "insipiencia deliberada" [23], o se abstiene en cualquier caso de valorar e interpretar la realidad, LRMA plantea el discurso narrativo desde la "reflexividad", la lógica y la argumentación explicativa, precisamente.
Nuestra sospecha de que en el espacio literario se halla encerrada buena parte de la diferencia entre el RM y LRMA, y nuestro interés por destacar la espaciología literaria como clave en esta larga polémica, tuvo efectos inmediatos en la investigación.
Al adentrarnos en la teoría narrativa en busca de argumentos que expliquen la modelización del espacio en la escritura, surge la necesidad de suplir con materiales afines al discurso novelesco (filosofía, antropología, semiótica teatral) la escasa atención que se ha prestado a este importantísimo ingrediente de la fábula en la teoría de la narración, si lo comparamos, poejemplo, al "tiempo del relato, o al mismo "punto de vista".
Nuestras interrogaciones
(¿en qué medida este elemento afecta al discurso magicorrealista y realmaravilloso?
¿hasta qué punto la contradicción o la coherencia que inspira a tales locus narrativos determina también la perspectiva novelesca y la integración de la polaridad cotidiano-mágico?)
pueden ser satisfechas muchas veces no sólo desde la aportación escasa de la teoría narrativa, sino (sobre todo en el caso del RM) desde la interpretación simbólica o imaginaria.
En primer término, es necesario tener en cuenta la relación del espacio con otros ingredientes de la fábula, superando con ello las limitaciones de un análisis meramente descriptivo: nos interesa especialmente la funcionalidad del espacio en el proceso verosimilizador de ambas tendencias, la consideración del espacio como un "centro lógico" (foco de conciencia o perspectiva adjunto a la voz del narrador) que por ello modela, estructura y define el resto de elementos del relato, incluyendo su relación con el personaje (desde el rechazo a la consustanciación), la interacción entre el espacio y el punto de vista del narrador, su contribución en la economía narrativa y en el proceso de naturalización de lo fantástico en general (cuestiones que convierten al espacio narrativo en uno de los más poderosos mecanismos de sugestión magicorrealista, o del extrañamiento conflictivo de LRMA).
No es difícil demostrar cómo -desde una interpretación simbólica- el espacio narrativo puede ser un centro cohesionador y unitivo capaz de homologar sus contenidos [24], y que por consiguiente los espacios "míticos", "simbólicos" o "imaginarios" hayan servido a nuestros escritores para satisfacer la necesidad verosímil de sus escrituras respectivas:
Macondo es, en este caso, la síntesis perfecta de la evolución espacial en Latinoamérica, el lugar en el que se desarrollan todas las posibilidades del espacio como "forma a priori de lo fantástico"[25].
A lo largo de la dilatada historia crítica de los términos, la menció de este elemento narrativo capital es casi imperceptible; no obstante, alguna afirmación crítica que ha precedido a nuestro trabajo ya intuyó el desplazamiento de este recurso de la literatura fantástica hacia el RM [26] (Anderson Imbert 1976), y la potencialidad de la espaciología como gesto fundacional de lo imaginario [27].
Con respecto al espacio narrativo de LRMA algunos observaron en el locus haitiano el lugar concreto y posible de esta escritura, pues en él se manifiesta el sincretismo y la superposición de los numerosos "contextos" carpentierianos.
Nuestro propio análisis de la espaciología literaria en ambas tendencias nos reveló las distintas formas en que sus autores convocan la capacidad verosímil del relato.
En Hombres de maíz, por ejemplo, Asturias construye una topología profundamente subjetiva, simbólica, cuya correspondencia afectiva con el indio explica la disposición interna del relato. Símbolos, signos, indicios, y "lugares de integridad" (cuevas, cumbres o montañas), imponen desde el inicio hasta el final una causalidad sensible a la naturalización de lo extraordinario.
Las cualidades del espacio mítico, su carácter integrador y unitivo, son tomadas en esta novela como modos de recibir lo fantástico sin perturbaciones. Vientre de permisividad, en cualquier caso, la novela de Asturias condiciona su escritura magicorrealista a esa espaciología verosimilizadora de lo fantástico.
Haciendo uso, precisamente, de las extraordinarias posibilidades del espacio imaginario como actante del proceso verosimilizador, "Comala" y "Macondo" representan la adquisición de una clara conciencia narrativa sobre la importancia de este elemento en el discurso novelesco de América Latina.
Para el escritor mexicano, el espacio deja de ser descripción y se traduce en atmósfera, clima cuya presencia hace innecesarias explicaciones o juicios, Universo autorreferencial y autónomo, convergen en él todos los síntomas del espacio imaginario: identidad anímica entre espacio y personajes, técnica antitética que logra neutralizar contrarios, construcción del espacio a través de la sensualidad auditiva y táctil (ecos, murmullos, sombras, ver, oír).
Por ello puede incluso convertirse en centro lógico rector de la novela a pesar de (o en sustitución de) la fragmentación de voces narrativas y la pluralidad de planos temporales.
Con "Macondo" encontramos la síntesis que totaliza las posibilidades espaciales. Como espacio de la "fe" magicorrealista, la aldea garciamarquesca es el resultado de la evolución espacial y la síntesis, en concreto, de la espaciología de esta tendencia: renuncia a los excesos descriptivos de Hombres de maíz, o a la construcción de una atmósfera deliberadamente sugestiva y extraña, como en Pedro Páramo, pero comparte con ellas la suspensión del juicio previo, la posibilidad infinita del espacio imaginario.
La espaciología de LRMA es, en cambio, muy distinta. Ya no se trata del "lugar de la coherencia" magicorrealista, sino del lugar de la contradicción, afectado además siquiera levemente por la referencialidad histórica.
En El reino de este mundo ya no estamos, en efecto, ante el espacio homologador, imaginario, sino ante un espacio escindido, summa de contextos de cuyos choques emerge el suceso mágico en el relato. Hay un énfasis desmedido en la espaciología literaria de Alejo Carpentier, una intención decidida a construir verbalmente los escenarios precisos para el proyecto de "nombrar América" y hacerla accesible y válida en el imaginario universal, pero sobre todo para apuntalar así los contextos, las cosmovisiones, superpuestas en la novela.
El enfrentamiento que se deduce del semantismo espacial carpentieriano es doble: por un lado, entre los "contextos" (europeo y americano); por otro, entre los contextos y los propios personajes novelescos. Todas las unidades espaciales del relato sentirán el efecto de estas dualidades (la hacienda de Lenormand de Mezy/la caverna de Mackandal, el puerto/El Bois Caimán, la librería/la casa de mamán Loi), como contextos dispuestos a nutrir, respectivamente, a las perspectivas europea y americana que conviven de modo conflictivo en la novela; contextos necesarios para activar el surgimiento de LRMA como efecto de sorpresa, extrañamiento, ante su confrontación o encuentro.
III.- A modo de conclusión. En este punto podríamos esbozar una suerte de balance sobre el RM y LRM, y sugerir ciertas renuncias a nuestro juicio necesarias: renunciar, por ejemplo, (1) a utilizar ambos términos como expresiones paralelas a la "literatura fantástica", responsabilizándonos de sus semejanzas (el uso del espacio imaginario, del material fantástico) pero también de sus diferencias (el proceso sistemático de verosimilización, la convivencia no conflictiva entre realidad y fantasía); desechar la comodidad de (2) recurrir a estas expresiones para designar un conflicto sociológico (América vs. Europa) aunque de la "reflexividad" y el juicio occidentales se derive una de sus más radicales diferencias; evitar en lo posible (3) la denominación de escritura magicorrealista para aquella que admite materiales míticos en general, sin olvidar que es el "punto de vista" prelógico, no diferenciado, el que determina en verdad esta escritura; desestimar, finalmente, (4) la funcionalidad de estas palabras para referirnos a tecnificación narrativa o modernidad ("el boom"), aún a sabiendas de que en los procedimientos y en su retórica particular, se consolida la verosimilitud novelesca.
Frente a estos puntos de partida, nos referimos a tales términos para designar escrituras cuyos discursos se comportan de un modo específico, muy especial: una vez destacados los dos elementos claves que conforman la escritura del RM y LRMA (actitud y espacio), el resultado de la comparación es evidente, y podría ser sintetizado en los siguientes aspectos: (1) el grado de reflexividad, y (2) el aprovechamiento del espacio como actante de permisividad o verosimilitud.
Ciertamente las distancias entre una y otra escritura tienen su origen en esta doble formulación narrativa, y en la interdependencia estrecha de tales elementos sobre el conjunto de la narración.
Es interesante observar también que en esta relación de espacio y perspectiva, las obras que inauguran de algún modo el proceso de la "Nueva Novela" -El reino de este mundo y Hombres de maíz- ya contenían en sí mismas los ingredientes necesarios para que se consolidaran en adelante los rasgos distributivos de ambas tendencias. Ambos textos plantean un universo marcado por el sincretismo cultural (indígenas y ladinos, blancos y negros), y por sus innumerables contradicciones, entre las cuales la supervivencia de lo mágico, de la mentalidad prelógica, frente a la racionalidad, es visible.
Pero, curiosamente, Carpentier y Asturias eligen desde entonces caminos diferentes para esa extraña cohabitación de realidad y maravilla, orientando sin saberlo la evolución creativa de las décadas siguientes.
Podría decirse así que Rulfo y García Márquez prefieren tomar en sus ficciones el camino de Asturias, es decir, la posibilidad de integración absoluta entre los polos de la tensión, y que el escritor guatemalteco inicia un compromiso magicorrealista que en los siguientes casos es completo, total.
También es cierto, por otra parte, que muy pocas veces el RM (la convivencia armónica, plena, entre la realidad y la fantasía) se consolida en la narrativa del continente americano en la forma y maneras que hemos descrito aquí o que, en otras palabras, lo que predomina es la tendencia ontológica (LRMA) más que la fenomenológica (RM) como tratamiento de esta realidad plural.
De hecho, ésta ha sido una de las razones cuyo peso contribuye a que los términos hayan sido reunidos por la crítica en algún sincretismo particular ("Realismo maravilloso" o "Realismo mágico maravilloso"), o que uno de los dos fuera postergado en favor del otro.
En cualquiera de los casos, el balance crítico, y el análisis de los textos, nos permite al menos encontrar las claves para concluir, o de aclarar, esta espesa polémica.

NOTAS:

1. La historia crítica de los términos desde las primeras referencias de Franz Roh en 1925 hasta finales de los años 80 ha sido revisada exhaustivamente en la Primera Parte de nuestra Tesis Doctoral Claves para el Realismo Mágico y Lo Real Maravilloso: espacio y actitud en cuatro novelas latinoamericanas (Universidad de Las Palmas de G.C., 1993).
El trabajo fue publicado con el título de Realismo mágico y Lo Real Maravilloso: una cuestión de verosimilitud, Gaithersburgh (Maryland, USA) Hispamérica, 1997.
Este artículo esboza, en realidad, las ideas generales de nuestra investigación, necesariamente esquemáticas en este espacio.


2. Rodríguez Monegal, Emir: "Realismo mágico vs. literatura fantástica: un diálogo de sordos", Otros mundos. Otros fuegos. Fantasía y realismo mágico en Iberoamérica, Michigan State University (1975) 26-27.


3. Angel Flores, "Magical Realism in Spanish American Fiction", Hispania, 38 (1955) 187-192.


4. Julieta Campos, "Realismo mágico o realismo crítico", Revista de la Universidad de México, 15.5 (1961) 4-8.


5. Ana María Barrenechea, "Ensayo de una tipología de la literatura fantástica", Revista Iberoamericana, 80 (1972) 391-403.


6. El artículo de Irlemar Chiampi, "Realismo maravilloso" y literatura fantástica", Eco, 229, (1980), pp. 79-101 es sólo la síntesis de un trabajo más extenso (Tesis Doctoral, Universidad de Sao Paulo, 1976), y que se publica, meses después, con el título de O realismo maravilhoso. Semiologia do novo romance hispanoamericano, Sao Paulo, Perspectiva, 1981. La versión española, El realismo maravilloso. Forma e ideología en la novela hispanoamericana, fue publicada en Caracas por Monte Avila en 1983.


7. González del Valle y Vicente Cabrera (1972): La nueva ficción hispanoamericana a través de Miguel Angel Asturias y Gabriel García Márquez, Nueva York, Eliseo Torres.


8. Gonzalo Celorio en El surrealismo y lo real maravilloso americano, México, Sepsetentas, 1976.


9. Graciela Ricci en Realismo mágico y conciencia mítica en América Latina, Buenos Aires, García Cambeiro, 1985.


10. Jaime Díaz Rozzotto, "El Popol Vuh: fuente estética del realismo mágico de Miguel Angel Asturias", Cuadernos Americanos, 201 (1975) 85-92.


11. Roberto González Echevarría, "Carpentier y el realismo mágico", Otros mundos. Otros fuegos. Fantasía y realismo mágico en Iberoamérica, Michigan State University (1975) 221- 231.


12. Ray Angelo Verzasconi, Magical Realism and the Literary World of Miguel Angel Asturias, University of Washington, 1965.


13. Aimée González, "Alejo Carpentier y lo real-maravilloso americano", Islas, 36 (1970) 92-99.


14. Paul Alexander Georgescu, "Causalidad natural y conexión mágica en la obra de M. A. Asturias", Iberorromania, 2 (1975) 157-175.


15. Fernando Alegría, Literatura y Revolución, México, F.C.E., 1971


16. Carlos Rincón, "La poética de lo real-maravilloso americano", Recopilación de textos sobre Alejo Carpentier, (Salvador Arias, comp.,), La Habana, Casa de las Américas (1977) 123-177.


17. Alexis Márquez Rodríguez, Lo barroco y lo real maravilloso en Alejo Carpentier, México, Siglo XXI, 1982.


18. Raúl Dorra, "Identidad y literatura. Notas para un examen crítico", Identidad cultural de Iberoamérica en su literatura (S. Yurkievich, comp.), Madrid, Alhambra (1986) 51.


19. Según el análisis de Rocha-Logan los autores más frecuentemente emparentados con el término "realismo mágico" hasta 1975 son:
Alejo Carpentier, Jorge Luis Borges, Uslar Pietri, Juan Rulfo, Miguel Angel Asturias, García Márquez, Franz Roh, Julio Cortázar, F. Kafka, Mallea, Giorgio De Chirico, Marcel Proust, S. Ocampo, J.J. Arreola, Ernesto Sábato, M.L. Bombal y Mario Vargas LLosa
(María Teresa Rocha Logan, Realismo mágico: un estudio de la teoría de Franz Roh y la polémica literaria, con un análisis textual, University of Texas at Austin, 1985).
Las cuatro novelas que, sin embargo, han resistido firmes a las numerosas interpretaciones del RM y LRMA son las que han servido como base a nuestra propia investigación. Nos referimos a El reino de este mundo, Hombres de maíz, Pedro Páramo y Cien años de soledad.


20. Suzanne Jill Levine, El espejo hablado. Un estudio de Cien años de soledad, Caracas, Monte Avila, 1975.


21. Oscar Tacca, Las voces de la novela, Madrid, Gredos, 1985.


22. La línea se destruye "Por medio de la rueda giratoria, donde, según otro aforismo de Heráclito, son idénticos el camino ascendente y el descendente. Esto significa que, para Gabriel García Márquez, lo mágico puede transformarse en lo real con la misma facilidad que lo real en mágico. Y, todavía más, que todo punto en la rueda giratoria tiene la misma validez ontológica" (Michael Palencia-Roth, Gabriel García Márquez: la línea, el círculo y las metamorfosis del mito, Gredos, Madrid, 1983, 69).


23. Antonio Sacoto, "Las técnicas narrativas", Homenaje a Juan Rulfo. Variaciones interpretativas en torno a su obra, (Giacoman, ed.), New York, Las Américas (1974) 391.


24. Ernst Cassirer, en su análisis de las distintas formas simbólicas, traza una interesante caracteriología del espacio mitológico admitiendo, de entrada, su estrecha relación con el "espacio de la percepción" (el "espacio subjetivo"). Este espacio, dice, "será capaz de unificar hasta lo más heterogéneo, haciéndolo comparable y de algún modo similar entre sí" (en Filosofía de las formas simbólicas II, México, FCE, 1985, 119).


25. "El espacio, forma a priori de la fantástica" es el título con que Gilbert Durand titula el Capítulo II, Libro Tercero, de Las estructuras antropológicas de lo imaginario (Madrid, Taurus, 1982, 379-393). En él analiza especialmente las propiedades del espacio fantástico.


26. Enrique Anderson Ibret, "El realismo mágico en la ficción hispanoamericana", El realismo mágico y otros ensayos, Caracas, Monte Avila, 1976, 7-25.


27. Luis Harss, "Macondo: huevo filosófico", Otros mundos. Otros fuegos. Fantasía y realismo mágico en Iberoamérica, Michigan State University (1975) 321-322.


(C) 2005 - Quedan todos los derechos reservados

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2007

Julio Cortázar - Cronopios y famas

Julio Cortázar - El Boom Latino-americano

Ese video lo dedico a los estudiantes de la literatura latinoamericana en la universidad abierta de grecia.
Chicos Julio lo dice todo

Rocio Durcal - El Destino

Me quieres? Te quiero
Por ti yo siento un cariño
Desde que éramos niños, yo
Te quiero y también te amo

¿y tu me quieres? Te quiero
Aunque muy poco nos vemos
Desde que nos conocemos yo
Te quiero y también te extraño

Es tan hermoso saber
Que te piensa otro ser
Y al fin de este siglo
Tu y yo somos alguien
Que tienen y sienten cariño sincero

Por eso siempre tu y yo
Vivimos así, felices serenos
Tu cuentas conmigo yo cuento contigo
En cualquier instante
Y en cualquier terreno

¿me quieres? Te quiero
Porque eres bueno conmigo
Pongo el amor de testigo que
Te quiero y también te amo

¿y tu me quieres? Si, te amo
Confirmo a diario lo mismo
Estoy a tu mismo ritmo soy
Tu amigo y también tu hermano

Este cariño nació
El día en que dios cruzo los caminos
Y puso tus ojos, tus manos, tu canto
Y tu verso en mi si no, valió la pena nacer
Por el hecho de ser
Tu y yo mas que amigos

Cosas de la vida
Cosas de la suerte
De esas cosas bellas
Que tiene el destino

Shaila Dúrcal y Rocío Dúrcal

Η δύναμη της τεχνολογίας

Σήμερα το πρωί καθώς έψαχνα να βρω κάποιο βίντεο στο you tube να το χρησιμοποιήσω στην τάξη μου έπεσα πάνω σε κάποιο που γυρίστηκε κατά την διάρκεια της εκπομπής “Lluvia de estrellas” στην Ισπανία τον περασμένο Μάιο.

Σε αυτό το βίντεο τραγουδά η Ισπανίδα τραγουδίστρια Rocío Dúrcal μαζί με την κόρη της Shaila Dúrcal το τραγούδι "amor eterno" . Οι δύο γυναίκες είναι μάνα και κόρη, όμως η μάνα πρίν δύομιση χρόνια εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο χτυπημένη από καρκίνο.
Στην εκπομπή αυτή η αγαπητή Rocio τραγουδά ντουο βιρτουάλ με την κόρη της Shaila
Τι σου είναι η τεχνολογία !!! κάνει τα αδύνατα δυνατά .
Ομολογώ πώς δεν γνώριζα για την απώλεια της Rocio μιας και τα τελευταία χρόνια δεν είχα την τύχη να βρεθώ ξανά στην Λατινική Αμερική, όπου έκανε τις τεράστιες επιτυχίες της για πολλές δεκαετίες .
Την χαρακτήριζαν ως την πιό Ranchera española τραγουδούσε με την γλυκία κρυστάλλινη φωνή της μεξικάνικά τραγούδια και λάτρευε την χώρα αυτή ΄που και ζούσε με την Φιλιππίνο σύζυγότης και τα 3 αν δεν κάνω λάθος παιδία της.
Η στάχτη της μεταφέρθηκε στην Χώρα των Αζτέκων που τόσο αγαπούσε η Rocio .
Παραθέτω δυο βίντεο, το ένα αφορά στην συνάντηση μάνας και κόρης μετά το Θάνατο της πρώτης , το δεύτερο αφορά στο αγαπημένο μου τραγούδι που λέγεται " Το πεπρωμένο" el destino από την συνεργασία της Rocio Dúrcal με τον Juan Gabriel το 1997, καλή ακρόαση.

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2007

Μουσικές κουλτούρες

Σεμινάρια - projects - Μουσικές κουλτούρες της Λατινικής Αμερικής

Στο πλαίσιο των νέων δραστηριoτήτων του Caminito,
περιλαμβάνεται και το σεμινάριο «Μουσικές κουλτούρες της Λατινικής Αμερικής»
με διδάσκουσα την ανθρωπολόγο-λέκτορα του τμήματος μουσικών σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών-Μαρία Παπαπαύλου.
Το σεμινάριο περιλαμβάνει 4 θεματικές ενότητες
Με την ολοκλήρωση του σεμιναρίου δίδεται βεβαίωση παρακολούθησης.
Κόστος συμμετοχής: 100 ευρώ.
Δηλώσεις συμμετοχής μέχρι 05 Δεκεμβρίου 2007.
Πληροφορίες: www.caminito.gr
info@caminito.gr
210 5244661 6944371107

Το παιδί στο caminito


Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2007

Rebellión

Rebellion (No Le Pegue A La Negra) Lyrics (Joe Arroyo)

Quiero contarle mi hermano un pedacito de la historia negra,
de la historia nuestra, caballeroY dice asi:
Uhh!Dice!
En los años mil seiscientos, cuando el tirano mando
las calles de Cartagena, aquella historia vivio.
Cuando alli llegaban esos negreros, africanos en cadenas
besaban mi tierra, esclavitud perpetua
Esclavitud perpetua
Esclavitud perpetua
Que lo diga salome y que te de llego, llego, llego

Un matrimonio africano, esclavos de
un espanol, el les daba muy mal trato
y a su negra le pego
Y fue alli, se revelo el negro guapo,
tomo venganza por su amor y aun se escucha en la verja,
no le pegue a mi negra
No le pegue a la negra
No le pegue a la negra

Oye man!!
No le pegue a la negra
no le pegue a la negra
no, no, no ,no, no, no,no, no, no, no, no, no(varias veces)

Oye esa negra se me respeta
Ehh, que aun se escucha, se escucha en la verja,
no, no, no, no, nono, no, no, no, nono, no, no, no, no le pegue a la negra
Negra que me dice..
No le pegue a la negra
no le pegue a la negra
no le pegue a la negra
no le pegueY con ustedes...
chelito de casa

Vamos a ver que le pegue a jeva
porque el alma, que el alma, que el alma que el alma, que el alma se me revienta

Ehh, no, no, no, no, no, no le pegue a mi negra
porque el alma se me agita mi prieta
El Chombo lo sabe
y tu tambien
no le pegue a la negra



Τραγούδι που αναφέρεται στην Καρταχένα του Joe Arroyo
To video βρισκεται στο Μόνο η Θάλασσα

Cartagena de Indias - The Atlantis Of Latin America

Cartagena de Indias: Una historia de cinco elementos

H Καρταχένα δε Ίντιας

Gabriel Garcia Marquez (El amor en los tiempos del colera)

Love In The Time Of Cholera

shakira hay amores full

Οι αγάπες που αντέχουν στις δυσκολίες είναι σαν το κρασί που γίνεται καλύτερο με το χρόνο. Ετσι τουλάχιστο λέει το τραγούδι

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΧΟΛΕΡΑΣ


ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΧΟΛΕΡΑΣ
Πρεμιέρα:
Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2007
Χρονολογία παραγωγής:
2007

Περίληψη
Η ταινία έγινε επιτέλους πραγματικότητα! Πρόκειται για την ιστορία που συνοψίζει συγκινητικά και μοναδικά την έννοια της απόλυτης αγάπης: Ο Φλορεντίνο Αρίσα είναι ένας νεαρός που ερωτεύεται τρελά την Φερμίνα Δάσα. Εκείνη, αστή, σχεδόν άγουρη, καταπιεσμένη και μην ξέροντας τι σημαίνει να νιώθεις ερωτευμένος, παντρεύεται τον επιφανή γιατρό Χουβενάλ Ουρμπίνο. Τα χρόνια περνούν, ο Φλορεντίνο κάνει διάφορες σχέσεις αλλά ποτέ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την αγάπη του για την Φερμίνα. Tελικά, το ζευγάρι ενώνεται, γέρικο κοντά στα 80 πια, μετά από 51 χρόνια, 9 μήνες και 4 μέρες, όσα ακριβώς χρόνια μετρά ο έρωτας αυτός. Η πιο πολυαναμενόμενη ταινία της χρονιάς.

Ο παραγωγός Σκοτ Στάιντορφ προσπαθούσε επί χρόνια να πείσει τον μεγάλο Κολομβιανό νομπελίστα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες να δώσει τα δικαιώματα για κινηματογραφική μεταφορά του αριστουργήματός του "Ο Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας". Η ταινία έγινε επιτέλους πραγματικότητα σε σκηνοθεσία Μάικ Νιούελ ("Τέσσερις γάμοι και μια κηδεία") με πρωταγωνιστές τον Χαβιέ Μπαρντέμ, τον Μπέντζαμιν Μπρατ και τη Τζιοβάνα Μεσοτζιόρνο.
Επίσημο Site:
http://www.loveinthetime.com/
Tο βιβλίο όταν το διάβασα έγινε από τα αγαπημένα μου δεν ξέρω αν η ταινία θα είναι τόσο γλυκιά .
Ο έρωτας των δύο αυτών ανθρώπων και ειδικά στην εποχή τους είανι κάτι το ονειρεμένο.
Ο Gabo λέει μεταξύ άλλων στο βιντεάκι ότι το κλειδί για το γάμο είναι να εμπιστευόμαστε τον συντροφό μας , Λέει ότι αντίθετα με το τί πιστεύουμε οι γυναίκες , τα προβλήματα σε ένα ζευγάρι δεν λύνονται με τον διάλογο. Προβλημα που το πολυσυζητάς οδηγεί στο δικαστήριο, τα προβλήματα λύνονται με την εμπιστοσύνη. Αν έχεις πρόβλημα δείξε εμπιστοσύνη στον άλλον και ξέχασε το γεγονός και θα είσαι κερδισμένος, έτσι λέει , δεν ξέρω!!! μην σας παίρνω και στο λαιμό μου.!!!

un viaje al Rio de Janeiro

























































Η πόλη Ρίο ντε Τζανέιρο είναι υπέροχη , μαγική σε καλεί να κοιτάξεις ψηλά το άγαλμα του Χριστού Σωτήρα , καθώς ξεπροβάλλει μέσα από τα σύννεφα, να ακούσεις Μπόσα Νόβα και να αφεθείς στην ομορφία του τοπίου της και στην μοναδικότητα των κατοίκων της .

Ναυτικοί κόμποι.



Πολύ καλή σελίδα για όποιον θέλει να κάνει πρακτική.
http://www.ofse.gr/Nodi%201.htm

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2007

η γοητευτική ιστορία των λέξεων

Αυτή η νέα ενότητα θα αφορά σε λέξεις και την ιστορία τους , δεν πρόκειται για δικιά μου εργασία αλλά προέρχεται από την ιστιοσελίδα http://www.elcastellano.org/ για τίς ισπανικές και από http://www.asprilexi.com/ για τις ελληνικές .
Μια συναρπαστική περιπέτεια στα μυστικά των λέξεων
Μοναχός Επίθετο της αρχαίας ελληνικής (μοναχός, -ή, -όν): αυτός που δε βρίσκεται μαζί με άλλους. Ετυμολογείται από το επίθετο μόνος, -η, -ον. Η σημασία καλόγηρος μαρτυρείται από τον 6ο αι. μ.Χ. Από αυτήν και οι λέξεις της αγγλικής monk (= μοναχός, καλόγερος), monkish (=μοναστικός), monkishness (= μοναχικότητα), αλλά και τα monastery (= μοναστήρι) και monasterial-monastic (= μοναστικός) από το μεταγενέστερο μοναστήριον (= μονήρης κατοικία) - ουσιαστικοποιημένος τύπος του επιθέτου μοναστήριος - που ετυμολογείται από το ρ. μονάζω (< μόνος).

LA PALABRA DEL DÍA
náusea
Cuando una mujer joven padece 'náuseas' o 'mareos', inmediatamente se suele pensar en embarazo como posible causa de la molestia.
Sin embargo, la etimología de ambos vocablos se vincula más bien a los padecimientos de los navegantes, causados por el movimiento de sus embarcaciones.
En efecto, mareo proviene de la palabra latina mare (mar), mientras que náusea llegó a nuestra lengua procedente del latín nausea y ésta, del griego nausía, derivada de nautés (navegante, como en astronauta, cosmonauta, argonauta), de donde devino también la palabra griega naos (nave).
Por extensión, náusea designa hoy no sólo el mareo provocado por las naves, sino también las ganas de vomitar y, en otra acepción, la ‘repugnancia o aversión que causa algo’. La Academia ha castellanizado e incluido en el Diccionario la expresión latina ‘ad náuseam’ (hasta la náusea).

el Bazaar Latinoamericano de la Asclaye


Λατινοαμερικάνικο μπαζάρ της ASCLAYE


Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2007

Μύθοι και παραδόσεις

Για έναν εφικτό σύγχρονο κόσμο
Αν δεν υπήρχαν οι μύθοι και οι θρύλοι, τα τελετουργικά και οι παραδόσεις, δεν θα υπήρχε πουθενά, όπου υπάρχει ανθρώπινη παρουσία, η έμπνευση που απαιτείται από οποιονδήποτε κόσμο, ο οποίος θέλει να αποκαλείται σύγχρονος. Ένας λαός, που δεν κατέχει τους μύθους του, δεν θα είχε πιθανότητες επιβίωσης σε καιρούς ρομποτισμού και οξυμένων νεωτερισμών, σαν αυτούς που βιώνουμε. Αν σήμερα, η ανάγκη για επιστροφή προς τις παραδόσεις, τα τελετουργικά και τους μύθους γίνεται κάθε φορά πιο επιτακτική, είναι επειδή οι άνθρωποι νιώθουν απροστάτευτοι και στερημένοι από τις προγονικές τους αξίες, σε μια απελπισμένη αναζήτηση μιας δύναμης σχεδόν υπερφυσικής και θαυμαστής, η οποία διαπερνά την πραγματικότητα που ζουν.
Η «Λατινική» Αμερική, με το παράξενο επίθετό της «λατινική» όχι πολύ σαφές ακόμη, είναι ριζωμένη στα πιο βαθιά στρώματα της συνείδησής της – σε μια διαδρομή εκαντοταετιών και χιλιετιών- σε ρίζες μυθικές, πέρα από κάθε αμφιβολία, που την κάνουν ινδιάνα, μιγά, αφρικάνα, λευκή. Μια Λατινική Αμερική που, δια μέσου των καιρών και των πολιτισμών της, μεταλλάχθηκε από κοσμοθεωρία σε κοσμοθεωρία, εντοπίζοντας τις ετερότητές της, συμβολικές και μυθολογικές, στη συλλογική μνήμη κάθε ενός από τους λαούς της, από ένα Μεξικό Αρχαίο ως έναν Αμαζόνιο ενός φανταστικού αυτόχθονα, από την αφρικανική διασπορά μέχρι την αναπαράσταση της μυθικής της δύναμης στη σύγχρονη τέχνη.
Μπρος στη μυθική προϊσπανική κληρονομιά, το μοντέρνο λατινοαμερικάνικο του σήμερα μετατρέπεται σε αντανάκλαση και ηχώ, σε ανάκτηση και αναφορά άνευ όρων, της επιβίωσης των λαών και των πολιτισμών του χθες. Είναι αυτό το κοσμογονικό παρελθόν, που κάνει εφικτή τη διαμόρφωση του παρόντος των λαών του σήμερα, σε όποιο μέρος κι αν υπάρχει κομάτι ανθρώπινου ίχνους.
Τελικά, ο σύγχρονος κόσμος κουβαλάει τη μυθολογική αύρα που δίνει φωνή, φως και ουσία στο υπαρξιακό του σήμερα. Αυτός ο ίδιος σύγχρονος κόσμος είναι που ψάχνει, στο αχρονικό σύμπαν, την διαφυγή του και την ελπίδα στην υπαρξιακή του αναζήτηση.
Στην αναρίθμητη ανθρώπινη μυθολογία, η Αγάπη ήταν, είναι και θα είναι ένα από τα σπουδαιότερα σύμβολα/αντιλήψεις που περικλείει όλες τις ανθρωπότητες που υπήρξαν και θα υπάρξουν. Στις μνήμες φωτιάς, ο Εδουάρδο Γκαλεάνο ασχολείται με τους μύθους της πρωτογενούς ινδιάνικης Αμερικής. Η αγάπη είναι ένας από αυτούς.
“Ο έρωτας” του Εδουάρδο Γκαλεάνο, στο βιβλίο Μνήμες φωτιάς (μετάφραση Ισμήνη Κανσή, Εξάντας 1986, σελ.28).

“Στη ζούγκλα του Αμαζόνιου η πρώτη γυναίκα κι ο πρώτος άντρας κοιτάχτηκαν περίεργα. Παράξενο αυτό που είχαν ανάμεσα στα σκέλια.
- Σ’ το ‘κοψαν; ρώτησε ο άντρας.
- ΄Οχι, είπε εκείνη. ‘Ετσι ήταν πάντα.
Την εξέτασε από κοντά. ‘Εξυσε το κεφάλι του. Διέκρινε μιαν ανοιχτή πληγή. Είπε:
- Μη φας ούτε γιούκα ούτε μπανάνες ούτε κανένα άλλο φρούτο που ξεφλουδίζει με το ωρίμασμα. Εγώ θα σε γιατρέψω. Ξάπλωσε στην αιώρα και ξεκουράσου.
Εκείνη υπάκουσε. Υπομονετικά κατάπινε τα ματζούνια κι άφηνε να την πασαλείβει μ’αλοιφές και βότανα. ‘Εσφιγγε τα δόντια για να μη γελάσει όταν τον άκουγε να της λέει:
- Μη στενοχωριέσαι.
Το παιχνίδι της άρεσε, αν κι είχε αρχίσει να βαριέται τις νηστείες και τις ξάπλες. Θυμόταν τη γεύση των φρούτων και της τρέχαν τα σάλια.
‘Ενα απόγευμα ο άντρας έφτασε τρέχοντας απ’ το δάσος. Χοροπηδούσε χαρούμενος και ξεφώνιζε:
- Το βρήκα! Το βρήκα!
Μόλις είχε δει τον πίθηκο να γιατρέυει την πιθηκίνα στο κλαδί ενός δέντρου.
- Είναι έτσι! είπε πλησιάζοντας τη γυναίκα.
Σαν τέλειωσαν οι ατέλειωτες περιπτύξεις, ένα δυνατό άρωμα από λουλούδια και φρούτα γέμισε τον αέρα. Απ’ τα κορμιά που κοίτονταν ξαπλωμένα πλάι πλάι έβγαιναν πρωτοφανείς ατμοί και λάμψεις κι ήταν τόση η ομορφιά τους, που κόντευαν να πεθάνουν από ντροπή οι θεοί και οι ήλιοι”.
Από το περιοδικό Solatino