Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

κοχύλι στο χέρι


  Ήταν σφαλισμένα τα πορτοπαράθυρα όλα,  ζωὴ ἐνδόμυχη έκανε , σαν τις αστουριανές Ayalgas,τις νύμφες των δασών  που φυλάσσουν τους θησαυρούς του,  κάτω από το άγρυπνο μάτι των ερπετών. 

 Μέσα στην απομόνωση που είχαν καταδικάσει τον εαυτό τους χρόνια τώρα , τίποτα δεν τάραζε μείτε τη σκοτεινιά του χώρου, ούτε τη μυρωδιά της υγρασίας.
Απόψε όμως το φως τρύπωσε από μια ξεχασμένη χαραμάδα , που εκείνη την είχε αφήσει εκεί χρόνια τώρα , τόσο που σχεδόν την είχε ξεχάσει.

Μάλλον για  να μπαίνει κάπου - κάπου το φως και η μυρωδιά του έξω κόσμου, μαζί με τούτα μπήκε κι ένα αεράκι που δεν έκανε καμιά προσπάθεια  να διώξει.

Τρύπωσε μέσα στα σκεπάσματα και την ξύπνησε, σαν σε όνειρο κατευθύνθηκε στο μεγάλο δωμάτιο κι εκεί είδε το φως του φεγγαριού να τρυπώνει "ακάλεστο", να περνάει από τα κρύσταλλα και να διαθλάται.
Στον τοίχο σχηματίστηκαν χρωματιστές σκιές, πλημμύρισε το δωμάτιο με ένα αχνό φως, την κύκλωσαν, κι εκείνη έμεινε εκεί να χορεύει λουσμένη στις αχτίνες του φεγγαριού
Το πρωί όταν όλοι ξύπνησαν την βρήκαν στο πάτωμα με ένα λευκό φουστάνι χαμογελαστή ,με  ένα κοχύλι στο χέρι