Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Βρόχινη Κυριακή


Manuel Terán lluvia
 
 
Κείνη τη μέρα το ξημέρωμα τρεμόπαιζε κάτω από τα φώτα των δρόμων μουσκεμένο, απ΄την αιώνια βροχή που μέρες τώρα μούλιαζε την πόλη και τη ζωή μας. Οι δρόμοι ήταν άδειοι ή σχεδόν άδειοι ,ανέδιδαν μια εύθραυστη μελαγχολία.. Κάποιοι περαστικοί έβρισκαν καταφύγιο στις ομπρέλες τους, που αποτελούσαν την μοναδική χρωματιστή πινελιά στο σκηνικό.
 
Ναι, σε αυτό τον τόπο οι άνθρωποι είχαν ανέκαθεν τις πιο ξεχωριστές ομπρέλες . Οι γυναίκες δηλαδή, γιατί οι άνδρες κυκλοφορούσαν πάντα με ομπρέλες μαύρου χρώματος ή το πολύ – πολύ γκριζωπές με μπαστουνάκι. Το χερούλι συνήθως ήταν ξύλινο, αργότερα έγινε πλαστικό ή καλύφθηκε με δερματίνη. Αυτά τα χερουλάκια ήταν μικρά , κινητά έργα τέχνης, δείγμα καλού γούστου και ενίοτε κοινωνικής τάξης.  
Ο ουρανός είχε το μολυβένιο χρώμα που έχουν όλες οι μέρες σε κείνο τον τόπο απ΄το Σεπτέμβρη και μετά. Ούτε μια τόση δα αχτίνα ήλιου δεν διαφαινόταν στον ορίζοντα. Μοναχικές και ξεχασμένες οι λάμπες του δρόμου παρέμεναν  αναμμένες , δημιουργώντας λάμψεις στις μικρές λακούβες του δρόμου.  Δεξιά και αριστερά φυσικοί φράχτες  φρεσκοπλυμένοι .Τα δέντρα γυάλιζαν από το τόσο νερό  , υγρασία που σου τρύπούσε τα κόκαλα. Η άσφαλτος γκρίζα και γλυστερή στις άκρες της κυλούσε αδιάκπα το νερό , μέσα σε μικρά πέτρινα αυλάκια που περιτριγύριζαν όλο το χώρο. Δυο μικρά καφετιά σκιουράκια εμφανίζονταν κάθε φορά που σταματούσε για λίγο η βροχή. έτρεχαν σαν δαιμονισμένα πάνω κάτω στα δέντρα , πέρα δώθε στο χαλικόδρομο ψάχνωντας ψιχουλάκια. Ύστερα εξαφανίζονταν ,μέσα στις φωλιές τους που μόνο αυτά γνώριζαν. 
   'Ακουσα βήματα πάνω στα χαλίκια , πρέπει να είναι δύο άτομα, δεν είναι απλός ήχος, ακούγεται σαν να προσπαθεί να ισορροπήσει κάποιος με τακούνια  στα πετραδάκια. Γυναίκα θα είναι. Μας χώριζαν ελάχιστα μέτρα , μα η στροφή του δρόμου επιτρέπει  να αισθάνομαι  την παρουσία τους μόνο με την ακοή. Το άλλο άτομο είναι σίγουρα άνδρας, έχει πάτημα βαρύ, σταθερό.   Πλησιάζοντας ακούγονται κάποιοι ψύθιροι , μιλούν σιγανά σα να μην θέλουν να διακόψουν το τραγούδι του ψιλόβροχου.
 Η γη δεν μυρίζει πια βρεγμένο χώμα, παρά βρεγμένα , σχεδόν σάπια φύλλα, είναι μια ιδιαίτερη μυρωδιά , όχι απαραίτητα άσχημη, ανακατεύεται με τα βρεγμένα ευκαλύπτια, τις λεύκες και τις χαρουπιές . Σκέφτομαι , πόσο νερό έχει τούτη η πόλη, πόση μελαγχολία απλώνεται πάνω της  και πάνω στις δικές μας ψυχές.  Τα κιτρινισμένα φύλλα,  όσα έχουν ακόμη απομείνει πάνω στα δέντρα , με το παραμικρό αγέρι ταξιδεύουν γύρω από τον κορμό των δέντρων,  μα το βάρος που έχουν αποκτήσει απ΄το νερό δεν τα αφήνει να κάνουν μακρινά ταξίδια. Εγκαταλλείπουν ετσι τις φιλοδοξίες για «σαλπάρισμα» στο αυλάκι, αφήνοντας την πνοή τους πάνω στον υπόλοιπο κίτρινισμένο σωρό , με την ελπίδα να γίνουν θρεπτικό λίπασμα για τα φυτά που απ΄τα τέλη του Μάρτη κι έπειτα θα στολίζουν το χώρο.


L.Afremov La lluvia ya se ha ido
 
 Κάποια πιο «τυχερά» πέφτουν στο αυλάκι και σαν χάρτινα καραβάκια αρχίζουν τη μακρινή διαδρομή μέσα στο πάρκο. Ίσως αν προλάβουν να καταλήξουν κάποτε στη θάλασσα ή να γίνουν παιχνίδι στις βεργούλες των μικρών επισκεπτών της Κυριακής.
Στη θάλασσα είπα; Δεν είναι Θάλασσα σαν τις άλλες , δεν είναι αλμυρή ούτε γαλανή. Είναι μολυβένια και μελαγχολική , γλυκιά κι  απέραντη , γαλήνια τις περισσότερες φορές σαν και τις γυναίκες του τόπου μου. Η «θαλασσένια» μας  είναι η λίμνη μας , εκεί καταλήγουν τα ρυάκια μας , Κάποιες φορές θυμώνει γίνεται  Θάλασσα , κυματίζει , χτυπιέται πάνω στα βότσαλα και τις καλαμιές κι ύστερα ξαναηρεμεί.  Πάντα όμως έχει το ασημοπράσινο χρώμα από τις άπειρες ελιές που την περιτριγύριζουν. Κάποιες καλαμιές πρασινοκίτρινες με τα σπαθωτά φυλλαράκια τους την προσκυνούν στο φύσημα του ανέμου. Το καλοκαίρι είναι αλήθεια μοιάζει με θάλασσα , η έκτασή της  κάνει τα βουνά που την περιτριγυρίζουν να φαίνονται μπλέ, κι έπειτα καθώς καθρεφτίζονται μέσα της αναδύουν το «θαλασσινή» της «προοπτική»  
-Καλημέρα. Χρόνια Πολλά
-Καλημέρα σας Χρόνια Πολλά
   Με έφτασαν κι όλας , είχα τόσο βυθιστεί μέσα στις σκέψεις και τις μυρωδιές. Ήταν ένα ζευγάρι, καλοντυμένο , πάνε για την εκκλησιά. Είναι Κυριακή σήμερα , γιορτή δηλαδή.
Manuel Terán Lluvia7

 


Η κυρία φοράει ένα όμορφο μπλέ μαρέν μαντώ και κρατάει μια  ομπέλα σε χρώμα ρουμπινί, υπέροχη. Ο κύριος με μαύρο κοστούμι και μαύρη ομπρέλα χαιρέτησε γέρνοντας ελαφρώς λοξά και αριστερά το κεφάλι του, αν φορούσε καπέλο σίγουρα θα το ανασήκωνε με το δεξί του χέρι. 
Γυρίζω πίσω τους κοιτάζω πώς βαδίζουν πάνω στον στρωμένο δρόμο , περπατούν με βήμα γοργό  και σίγουρο. Πόσο όμορφοι είναι κι δύο τους.!
   Σίγουρα με το τέλος της λειτουργίας , θα σταθούν σε κάποιο καφενεδάκι και το μεσημέρι θα έχουν κρέας με πατάτες στο φούρνο. Κάποιοι συγγενείς θα τους επισκευθούν να πάρουν το απογευματινό καφεδάκι.
Οι άντρες θα πάνε στο γήπεδο και οι γυναίκες θα ανταλλάζουν σχέδια για βελονιές από τα εργόχειρά τους . Θα δοκιμάζουν γλυκό φιρίκι , ύστερα θα αποχωρίσουν και εκείνη θα μείνει για λίγο μόνη ίσαμε να τελειώσει ο αγώνας.


Ana Bragado- Mujer en la ventana
 
 
 Κάπου κάπου θα ακούγονται επιφωνήματα του τύπου «Γκοοοοχι!!!!! Ρε...» θα χαμογελάει τρυφερά  , θα στέκει στο παράθυρο με  το μέτωπο στο τζάμι και θα κοιτάζει μακριά την «θαλασσένια». Ύστερα θα  θυμάται τότε που την έβλεπε και έπλεκε όνειρα για ταξίδια πίσω από τα βουνά , τότε που αναρωτιώταν τί υπάρχει πίσω από το φράχτη. Τότε που  έβλεπε κάθε βράδυ στο όνειρό της εκείνο τον άνθρωπο που την έπαιρνε μακριά από της βροχής τον τόπο.

Κλειδί στην πόρτα ακούει, σιάχνει τα μαλλιά της το μπλέ της φόρεμα σκουπίζει το διαμαντάκι απ΄την άκρη των ματιών της και τους καλοδέχεται.    

Δεν υπάρχουν σχόλια: