Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Θaλaσσa


 



Στάθηκε ο χρόνος στην ξύλινη αποβάθρα, ίσως να ήταν ένα λιμανάκι φτιαγμένο από πέτρες. Έβλεπε στο Γαρμπή, εκεί μαζεύονται το πρωί άνθρωποι που, η μοίρα τα φερε έτσι θες, οι λάθος αποφάσεις ή ίσως, οι σωστές, οι δικές τους, των αλλονών,  να περπατούν  τα πρωινά στ’ ακροθαλάσσι. Περπατούν , συζητούν, τρέχουν, αισθάνονται, με το χάδι της θαλασσινής αύρας. Σπασμένα κύματα στα βράχια αφήνουν άσπρα ίχνη. Κι εκείνοι σκύβουν και γλύφουν την αλμύρα, κάθονται πιο κει και την κοιτούν για ώρες ατέλειωτες αναπωλώντας ίσως τα νιάτα τους, τις δυνάμεις τους που τους εγκαταλείπουν λίγο λίγο. Δεν έχει σημασία, πια, για τον υπόλοιπο κόσμο είναι ξεγραμμένοι. Σαν μεσημεριάσει και ο ήλιος είναι στο ζενίθ ίδρώνουν τα πρόσωπά τους, κάποιος, κάπου, βρίσκεται ένα λευκό μαντίλι, σκουπίζει τον ιδρώτα και κρύβεται σαν φυλαχτό στην τσέπη.   Κάποτε λέει, όλα χάνουν τη σημασία τους, μα γι αυτούς, το γαλανό έχει πολλά ακόμα μυστικά να τους αποκαλύψει. Το όνειρό τους το παιδικό κρύβεται στους ήχους των κυμάτων, κλείνουν τα μάτια κι αφουγκράζονται το παραμύθι του λογισμού τους , κείνο που ζήσανε και τ΄άλλο που δεν πρόλαβαν ...
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: