Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Το δάκρυ του ουρανού.


Στο τζάμι του παραθύρου οι σταγόνες της βροχής άρχισαν να χτυπούν σαν πατουσάκια που θαρρείς κρατούσαν ένα επαναλαμβανόμενο ρυθμό. 

Βρισκόταν στο κατώφλι κοίταξε τον ουρανό του θύμησε έναν άλλο ουρανό σε κάποιο άλλο σημείο τούτης της πόλης.

Ένα νεαρό κορίτσι ντυμένο με μια ελαφριά θαλασσί ζακέτα και μια κόkκινη ομπλέλα προχωρούσε βιαστηκά στο δρόμο ,χοροπηδώντας πάνω από τις μικρές λιμνούλες που η βροχή είχε δημιουργήσει.

 Έφερε στο νου του κάποια χρόνια ίσως αρκετά πριν τον εαυτό του να προχωρά προς την χαρά. Κάποιο άλλο κορίτσι έτρεχε χοροπηδώτας πάνω από τις λακούβες κρατώντας μια ομπρέλα βιαστικό με ροδοκόκκινα μάγουλα από το κρύο να τον συναντήσει. Μαζί να αγωνιστούν μαζί, να κατακτήσουν τον κόσμο.

Ήταν μια μέρα σαν κι αυτή που ο ουρανός δάκρυζε από χαρά, τούτη τη φορά , η αιτία ήταν άλλη. Γιατί να κλαίει άραγε ο ουρανός;

Πέρασε τα τρεμμάμενα δάχτυλα πάνω στα μελαγχολικά ρυάκια του τζαμιού. Ακούστηκε ένα πνιχτός ήχος, σαν ξεκούρδιστο βιολί ακούμπησε το αυτί στο κρύσταλο να μάθει τί μαντάτο του έφερναν οι στάλες.

Η βροχή δυνάμωνε  σχεδόν δεν έβλεπε έξω μόνο διέκρινε την κόκκινη  βιαστική ομπρέλα, αναρρώτήθηκε αν και τούτο δω το πλάσμα είχε την ίδια μοίρα. Τη μοίρα της βροχής.

Τι όμορφες που δείχνουν οι γυναίκες στη βροχή, σαν προσπαθούν να μη λερώσουν τα παπούτσια τους!

Ήθελε να βγεί να ακολουθήσει με το βλέμμα μα δεν είχε τη δύναμη.... θαρρείς τα δάκρυα του ουρανού κατέβηκαν στο δικό του σώμα.

Έκλεισε τα μάτια κι ονειρεύτηκε. Πόση ελπίδα,πόσα όνειρα δειλά, έκανε κάτω απ΄τη βροχή. Ήθελε να μπει στην κάψουλα του χρόνου, να αποφάσιζε αλλιώς με γνώμονα την κόκκινη ομπρέλα.

Κι έβλεπε μπροστά του λιβάδια λουλουδιασμένα, παιδιά γελαστά , γέροντες σοφούς ευτυχισμένους. Ανθρώπους τίμιους,ξεκάθαρους, δίχως γιρλάντες και χαρτοπόλεμους με λατρεία για τον τόπο και το διπλανό. Ανθρώπους που δεν περιμένουν τίποτα ως αντάλλαγμα , παρά μόνο το γλυκό ήχο της βροχής στο τζάμι.

Σκέφτηκε πως ίσως εκείνος πιά δεν μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο μα θα άλλαζε αυτός΄ ... κατέβηκε στο δρόμο δίχως να τον νοιάζει η βροχή που μούσκευε το κοστούμι...ήταν πια χαρούμενος ήταν κι αυτός ένα με τούτα τα παιδιά της βροχής....  και ήταν όλοι τους εκεί περιμένοντάς τον....



Δεν υπάρχουν σχόλια: