Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

O ανθρωπάκος της βροχής

 

 
 
Έχω γνωρίσει τον ανθρωπάκο της βροχής .Είναι ένας αδυνατούλης ανθρωπάκος που κατοικεί στα σύννεφα και πηδάει από το ένα συννεφάκι στο άλλοχωρίς να τους χαλάει το αφράτο πάτωμα από υδρατμούς.
Τα σύννεφα έχουν πολλές βρύσες. Όταν ο ανθρωπάκος τις ανοίγει, τα σύννεφα αφήνουν το νερό τους να πέσει στη γη. Όταν ο ανθρωπάκος  κλείνει τις βρύσες η βροχή σταματά. Είναι πολύ απασχολήμένος ο ανθρωπάκος της βροχής , αφού πρέπει πάντα να ανοιγοκλείνει τις βρύσες στα σύννεφα και καμιά φορά κουράζεται. Τότε, ξαπλώνει πάνω σ' ένα συννεφάκι και αποκοιμιέται. Κοιμάται, κοιμάται κοιμάται, ενώ έχει ξεχάσει  ανοιχτές τις βρύσες  και βρέχει ασταμάτητα. Ευτυχώς ένα μπουμπουνιτό λίγο πιο δυνατό από τα υπόλοιπα τον ξυπνά. Ο ανθρωπάκος αναπηδά και βάζει τις φωνές:
          - Συμφορά μου, ποιός ξέρει πόση ώρα κοιμάμαι!
 
Ρίχνει μια ματιά κάτω και βλέπει τις χώρες, τα βουνά και τους κάμπους γκρίζους και λυπημένους κάτω από τη βροχή που συνεχίζει να πέφτει. Αρχίζει λοιπόν να σαλτάρει από το ένα σύννεφο στο άλλο κλείνοντας βιαστικά όλες τις βρύσες. Έτσι  η βροχή σταματά, τα σύννεφα αφήνονται να παρασυρθούν από τον άνεμο μακριά και, καθώς ταξιδεύουν, νανουρίζουν γλυκά τον ανθρωπάκο της βροχής κι έτσι αποκοιμιέται και πάλι.
   όταν ξυπνάει, βάζει πάλι τις φωνές:
 
     - Συμφορά μου, ποιός ξέρει πόση ώρα κοιμάμαι!
Κοιτάζει κάτω και βλέπει τη γη ξερή, να καπνίζει, χωρίς σάλα νερό. Αρχίζει λοιπόν να τρέχει γύρω- γύρω στον ουρανό για ν' ανοίξει όλες τις βρύσες. Κι αυτό γίνεται κάθε φορά.
 
Gianni Rodari ~ O ανθρωπάκος της βροχής
foto de tejiendoelmundo.wordpress.com

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Η σχολική τσάντα που μιλάει Τζάνι Ροντάρι,


Η σχολική τσάντα που μιλάει
 
Κάθε βράδυ ο γιος μου, πριν πάει για ύπνο, βάζει σε τάξη την τσάντα του. Ή, για να είμαι ακριβής, πετάει μέσα βιβλία, τετράδια, κασετίνες,γόμες και στυπόχαρτα, αλλά εκείνος αυτή τη διαδικασία τη λέει «τακτοποιώ την τσάντα μου». Και δεν ξέρει πως, μόλις κλείσουν τα μάτια του και τα γλυκά φαντάσματα του ύπνου αρχίσουν να χορεύουν γύρω απ’το μαξιλάρι του, τα αντικείμενα μες στη σάκα ζωντανεύουν, τεντώνονται όπως κι εμείς κάθε πρωί, χαιρετιούνται κι αρχίζουν να μιλάνε.

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

φωτογραφια από blogger



Παραμύθι πασπαλισμένο  με αλισάχνη ήταν .
Ξεκινούσε κάπως έτσι....
Μια φορά κι ένα καιρό  στα πολύ παλιά  τα χρόνια  ήταν ένα θαλασσοπούλι... παράξενο αυτό είναι αλήθεια , δεν έμοιαζε με κανένα άλλο απ΄όσα είχαμε αντικρύσει μέχρι τότε.
Δεν πετούσε πάνω από θάλασσες μόνο , μα σκαρφάλωνε σε βράχια και σε ψηλά βουνά. Προσεχτικά κι αθόρυβα αγνάντευε  με το πρώτο φως της αυγής  κατά το πέλαγος που περνούσαν οι θαλασσινοί.

Στόχευε έναν , άνοιγε διάπλατα τα φτερά του και με ορμή  κατέβαινε το βουνό φτάνοντας ως τ΄ακροθαλάσσι. Ήταν τόσο μεγάλο το έκταμα των φτερούγων του που χωρούσε όλη την Πλάση.Το πέταγμά του αντηχούσε στα Πέρατα  , ανέμιζαν σημαίες και ψιθύριζαν οι φυλλωσιές στο πέρασμά του. Έφτανε πάνω από ΄να τόπο μακρυνό και χόρευε το Θαλασσινό χορό του.
Τον Λάτρευαν οι καραβοκύριδες και τα ναύτοπουλα, τους έφερνε αγέρα καθαρό γιομάτο μυρωδιές θυμαριού , μελιού και αργριοτριαντάφυλλου, κι ύστερα σαν τους αποχαιρετούσε ορμούσε με μια δύναμη κατά τον ουρανό κι άρχιζε την ανάβαση με ταχύτητα πυρός .
 Στα φτερά του κουβαλούσε την αρμύρα και την απεραντοσύνη ,ναυτικές ιστορίες των θαλασσινών που συναντούσε ,που  τις αφηγούνταν  σε όσους είχανε αυτιά και μάτια για να δουν την τρυφερή  μα αντάρτικη καρδιά του.
 Για χιλιάδες χρόνια έκανε τούτο το ταξίδι  από τις ψηλές κορφές στη θάλασσα και πάλι κατά πάνω. Εκεί τον έβλεπαν μικρά παιδιά και λέγαν «τέτοιος θέλω να΄μαι κι εγώ» ταξιδευτής της θάλασσας -ταξιδευτής της σκέψης.

Μια μέρα απρόσεχτος και επιπόλαιος καθώς ήταν (όπως όλα τα γλυκά παιδιά)  παγιδεύτηκε σε ένα βαθύ πηγάδι  που ήτανε στην αυλή μιας άξιας βασιλοπούλας . Εκείνη τον αγάπησε και ήθελε να τον κρατήσει κοντά της ,να την συντροφεύει.  Πήρε λοιπόν και μια χοντρή ψαλίδα του κουτσούρεψε τα φτερά και κάθε μέρα πήγαινε εκεί τον τάιζε ,τον φρόντιζε , του στόλιζε το χώρο , τον είχε «μη βρέξει και μη στάξει.
Εκείνος λάτρεψε την βασιλοπούλα του, μα ήτανε θαλασσινός ,δεν τον χωρούσε το πηγάδι.
Κάπου -κάπου κατέβαζε το μαγγάνι η βασιλοπούλα με τον κουβά και τον ανέβαζε πάνω να δει το φως,  να μη  της μαραζώνει .
Τον άφηνε να πετά μέσα στο περιβόλι , μα τον καιρό τα φτερά του έγιναν δυσκίνητα και δεν μπορούσε να χαρεί τον ήλιο ,το φεγγάρι , τη θάλασσα και το βουνό.
Έρχόταν  μερικές φορές  κάτι μικρά πουλάκια , απ΄αυτά που φτάνουν ως τη θάλασσα , μα δεν τη ταξιδεύουν και του έλεγαν τί έβλεπαν στον «έξω κόσμο».
 Του λεγαν για την γαλήνη της θάλασσας ,για τις βαρκάδες των ερωτευμένων , για τις ώρες που μάνιαζε , του λέγανε για τα άτυχα γεγονότα και τα θλιβερά. Μα επειδή εκείνος βούρκωνε και γέμισαν τα ματάκια του τα στρογγυλά αλμυρές πέρλες , προτειμούσαν να μη του λένε πόσο δύσκολη έχει γίνει η εξευρεση τροφής , πόσο αδύναμα ήταν κι εκείνα .
   Περνούσαν έτσι οι μέρες ,οι μήνες τα χρόνια και το Θαλσσοπούλι μας  άρχισε να τυφλώνεται από τη σκοτεινιά  και την μαυρίλα. Η  γλυκιά βασιλοπούλα σαν στεριανή που ήταν δεν μπορούσε να νιώσει τη λαχτάρα , την έλλειψη ,την απουσία του πετάγματος , του αλατιού, του ιωδίου.
Έσπευδε λοιπόν να φέρνει όλα τα καλούδια στο θαλασσοπούλι μας  ,ότι πιο πολύτιμο είχε στο παλάτι της. ΄Έμενε μαζί του ως αργά ,του γλυκοτραγουδούσε πάιζοντας μαντολίνο κάτω απ΄τ΄αστρα.
Μα εκείνο ήτανε πουλί κι άνθρωπος δεν γινόταν , πάντα τις έλεγε "σε ευχαριστώ "
κι έκλεινε τα βλέφαρά του  να ονειρευτεί τα πέλαγα και τα κατάρτια πλοίων , όμως εψές καθώς φεγγοβολούσε η νύχτα , έβαψε τις αχτίνες του μεθυσμένου φεγγαριού με κόκκινο κοχύλι , γατζώθηκε με το ράμφος του πάνω τους με δύναμη,  και μ’ ένα πέταγμα σπειροειδές βγήκε από τα τρίσβαθα του νου .

 Γδάρθηκε μάτωσε , τα στρογγυλά του μάτια του είχαν σακατευτεί από το απύθμενο σκοτάδι  μα κείνος  εξανάγινε κείνο το πουλί που έβρεχε τις φτερούγες τους σε λεμονανθούς και αλμύρες,  που κουβαλούσε στα φτερά  όνειρα κυματιστά και  αλμυρές αλήθειες κι άρχισε να ίπταται με χάρη,  νικώντας τους  φόβους  του ,  πάνω από το Αιγαίο


Το παραμυθάκι το έγραψα για όλους τους θαλασσινούς και τις θαλασσινές που "ότι αγαπούσαν αρνήθηκαν..... τον τρόπο που δοκίμαζαν πηδώντας το κατάρτι, το μπούσουλα ,τη βάρδια τους και την πορεία στο χάρτη..."Επηρέασμένη από την δημοσίευση των στατιστικών στοιχείων στο blog Kapetanisses

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012


Μια μικρή πριγκίπισσα γεννημένη στις εφτά θάλασσες μπήκε ένα μεσημέρι ξυπόλυτη  στη βαρκούλα της , που είχε το χρώμα του δειλινού , κι άρχισε να’ αρμενίζει στο αρχιπέλαγος.

Ολόκληρες  χιλιετηρίδες  στα γαλανά νερά αρμένιζε,ακολουθώντας  την πορεία που έγραφαν οι προπέλες  των μεγάλων καραβιών, φορτωμένα  με  ταξιδιώτες  κι  εμπορεύματα . Φορτωμένα αγωνίες και λαχτάρες , έρωτες και λύπες , μελωδίες και ψυχές.

Τραγουδούσε κι εκείνη μέσα στη σιωπή της στα  δελφίνια  και  τα χελιδονόψαρα. Καρτερικά σαν έπιανε φουρτούνα απάγκιαζε  σε  θαλασσοσπηλιές.Ταξίδεψε σε μέρη μακρινά κι ονειρεμένα. Είδε ανθρώπους χαμογελαστούς , ανθρώπους σκυθρωπους. Έβλεπε  ανθρώπους λέφτερους , να προοδέυουν, κι άλλους καταπιεσμένους να μάχονται για την ανεξαρτησία τους. Παιδάκια με πρόσωπα γελαστά , παιδάκια πεινασμένα , έβλεπε γυναίκες στον αργαλείο να υφαίνουν  στρωσίδια και βούργιες και να γλυκοτραγουδούν " Πέτα σαΐτα μου γοργή πέτα χρυσό μου χτένι ..."κι άλλες φορές τις έβλεπε ντυμένες μες τα μαύρα να ρίχνουνε στη θάλασσα λουλούδια φαρμακωμένες από της μοίρα τους τα γραφτά.
Γνώριζε τους  κινδύνους,  του να ξανοίγεσαι στα πέλαγα μονάχος, μα ήταν τόση η λαχτάρα της και η θέλησή της να γνωρίσει τον κόσμο που την έκαναν πολύ γενναία.
Είχε το χάρισμα να διαισθάνεται τα γεγονότα ,λες και αυτά είχαν την δύναμη να αντηχούν στα πέρατα του κόσμου και να φτάνουν στο νου της. όταν ήταν να συμβεί κάποιο κακό το ένιωθε, το ζούσε και τότε έσφιγγε στα χέρια της ένα κοχύλι και μια πέτρα παρακαλούσε να πέσει το κακό στην απέραντη θάλασσα κι όχι στους ανθρώπους.
 Περνούσαν οι μέρες , περνούσαν οι μήνες κι εκείνη με το λευκό πανάκι της προσπαθούσε να νικήσει τους φόβους της , τους εφιάλτες της να γίνει πιο δυνατή και γενναία ωστε να μπορέσει να γυρίσει μια μέρα στο παλάτι της. Γιατί στο βασίλειό της μόνο όσες κατάφερναν να αντιμετωπίσουν το θεριό γινότανε βασίλισσες.

Μια μέρα συνάντησε  μια γλυκιά σειρήνα , πανέμορφη , εκλεπτυσμένη με όλες τις χάρες του κόσμου, είχε την ικανότητα να σκαρφαλώνει ψηλά , να αντιμετωπίζει με θάρρος τις δυσκολίες , είχε γλυκιά φωνή σαν γάργαρο νερό και γλυκοτραγουδούσε τόσο που σώπαιναν τα αηδόνια πολλες φορε΄ς μίλια μακριά. Της  ελλειπε όμως  η πιό σημαντική χάρη εκείνη που....που πότέ της δεν θα έβρισκε όσα τραγούδια γλυκά κι αν έλεγε.  Για το λόγο αυτό πολλές φορές κατέβαινε στα πέλεαγα κι όταν συναντούσε κάποιον με αυτή τη χάρη μεταμορφωνόταν σε θεριό , με δέκα πλοκάμια , άρπαζε τον άνθρωπο και τον φυλάκιζε μέχρι να καταφέρει να του αρπάξει την ΄χαρη. όμως πολλές φορές οι άνθρωποι προτειμούσαν να βουλιάξουν το βυθό παρά να τους αρπάξει εκείνη.
Έτσι έλεγαν οι παλιές , έτσι εξιστορούσαν οι γιαγιάδες γι αυτό κι άμα κανείς μπαρκάριζε του δίνανε για φυλαχτό ένα κοχύλι και μια πέτρα για να προτειμήσει να πνιγεί πανά να υποδουλωθεί. Αυτό της είχε δώσει και η δικιά της η γιαγιά σαν μπάρκαρε κείνη τη μέρα.
Η πριγκίπισσα θυμήθηκε ότι η γιαγιά τις είχε πει ,οι μνήμες εγιναν ταξιδευτές της σκέψης της , έσφιξε γερά τη σκότα στο ένα  χέρι μπας και κρατήσει την ψυχή της Στο άλλο το φυλαχτό της, εκείνο που η σειρήνα όσο πιο ψηλά  ανέβαινε τόσο έχανε.
 Πάλεψαν ίσως η πάλη να κράτησε αιώνες ή και έτη φωτός, η νεαρή πριγκίπισα  έχασε τα κουπιά της , η βάρκα της έμπαζε νερά , έχασε και το φως της ,μα δεν παραδίνόταν κρατούσε χερά στο χέρι της , της γιαγιάς τη ευχή,  και τότε η Ταξιδεμένη  μικρή   ψηλάφισε με τα μάτια  της ψυχής της το σκοτάδι κι έριξε στη θάλασσα  την πιο δυνατή  ευχή της  και γέμισε η θάλασσα γέφυρες απο  μοσχολούλουδα που εκείνη πια δεν έβλεπε , δεν μύριζε  μα λέγεται ότι όποιος περνάει από κείνο το σημείο τη βλέπει, την ακούει να εύχεται από ψυχής «» καλό ταξίδι στους ταξιδευτές.

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

νιτσεράδα


Σ’ένα απομακρυσμένο νησάκι , από αυτά που τα λέν βραχονησίδες και ζούνε πάνω δυο κατσίκες και πέντε-έξι ψαράδες , αποφάσισαν να ζήσουν ένας νέος και μια νέα.

Όμορφα παιδιά και οι δύο και πολύ αγαπημένα. Σπιτάκι  είχανε μικρό και ασπρισμένο που τίποτα δεν του λειπε.

Έτσι ζούσαν αυτά τα δυό μα και όλο το χωριό , άνθρωποι ήτανε απλοί,  σπουδαίοι όμως μέσα απ΄την ζωή.

θάλασσα στα όνειρά μας

θάλασσα στα όνειρά μας

ήτανε  κάποτε ένας στεριανός που όμως αγαπούσε πολύ τη θάλασσα, το όνειρό του ήταν να ζήσει για πάντοτε  κοντά της,  για δαύτο  καθημερινά στ' ακρογιάλι πήγαινε  και σαν δυο καλοί φίλοι  τα λέγανε.

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

a La Deriva




Horacio Quiroga  a La Deriva



El hombre pisó algo blanduzco, y en seguida sintió la mordedura en el pie. Saltó adelante, y al volverse con un juramento vio una yararacusú que, arrollada sobre sí misma, esperaba otro ataque.

Τρίτη 27 Μαρτίου 2012




Γωνιά γωνιά
Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Γωνιά γωνιά σε καρτερώ
γωνιά γωνιά σε ψάχνω
ψάχνω να βρω τα μάτια σου
κι απ' τον καημό τα χάνω.

Αλλού απλώνεται δροσιά
κι αλλού χιονιάς σφυρίζει
και τ' όνειρο που χάνεται
πάει και δε γυρίζει.

Γωνιά γωνιά σε ζήτησα
γωνιά γωνιά σε βρήκα
σου φίλησα τα μάτια σου
και στους καημούς σου μπήκα.

Αλλού απλώνεται δροσιά
κι αλλού χιονιάς σφυρίζει
και τ' όνειρο που χάνεται
πάει και δε γυρίζει.

http://zerovelocity.gr/
 Για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, γωνιά-γωνιά σε ένα πέλαγος σκέψεων σήμερα τραγουδώ το τραγούδι αυτό απ΄το πρωί. Θα μπορούσε να είναι κύμα το κύμα , ανθό τον ανθό και κείνο το λουλούδι που το καλόμαθα  και τώρα μου φωνάζει τη δίψα του .
Στον πάτο ενός φλυτζανιού καφέ σε παραδοσιακό καφενεδάκι, στα σοκάκια της Πλάκας, στα καλντερίμια της Απάνω πόλης που κρατούν τα χνάρια των ανθρώπων που τα περπάτησαν .
Μύθο το μύθο ,μίτο το μίτο απ΄το λαβύρινθο πασχίζουμε να βγούμε με μυρωδιά από δεντρολίβανο και χαμολήλι

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

κοχύλι στο χέρι


  Ήταν σφαλισμένα τα πορτοπαράθυρα όλα,  ζωὴ ἐνδόμυχη έκανε , σαν τις αστουριανές Ayalgas,τις νύμφες των δασών  που φυλάσσουν τους θησαυρούς του,  κάτω από το άγρυπνο μάτι των ερπετών.