Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλισάχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλισάχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012




Εκείνη περπατούσε καθημερινά μπροστά στις βιτρίνες και χάζευε τα μπιχλιμπίδια,
γέμιζε τις χαρτινες σακούλες και επέστρεφε σπίτι να τα τοποθετήσει στις γωνιές του.
Μα ήταν όλα Κυριακής χαράς Δευτέρας λύπης , κι ύστερα ξανάβγαινε κι αγόραζε άλλα εξίσου λαμπερά και ομοίως ψεύτικα. Ένα πρωινό στάθηκε μπροστά στη βιτρίνα του καταστήματος ηλεκτρονικών ειδών όπου διαφημιζαν την νέα συσκευή που τα κάνει όλα.
Άρχισε να πιέζει τα δάχτυλα στο σημείο Delete , delete , delete ,delete,κάποιοι ξεκαρδίστηκαν στα γέλια ,  ύστερα .....δεν χάραξε , ποτέ.

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012


ίσως χαθώ στα παραμύθια ,
στην πάχνη που σκεπάζει τις λέξεις ,
ίσως πνιγώ στο σαρκοβόρο πράσινο μελάνι
 των στίχων  ενός εικονικού ποιητή
με  αύρες του πελάγους  και κόκκινα μελτέμια ,

τί χρώμα έχει η ψυχή στο ταξίδι για το αλλού

η ζωή πάντα ήταν εκεί...κι εγώ γεννήθηκα εδώ...

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012


Ταξιδεύω σ' ένα όνειρο μόνο ...
καθώς κύματα φουσκώνουν
γιατί δεν βρίσκω τέλος
Θα βγεις στους δρόμους,
απ’ το γαλάζιο χρώμα της νικημένος,

ατενίζοντας δυο πέλαγα
που ενώνονται
την ώρα που ανύποπτα
 ξεπρόβαλλε το ξημέρωμα
της παράλογης αιωνιότητας  

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012




Λιώνει η αμμουδιά στο άγγιγμά του

Σε μακρινές στεριές

Μου ψιθυρίζει μέσα απ΄τις βελόνες του

Το πεύκο του καλοκαιριού

Μάτια κλειστά γητεύοντας

Τη λύσσα των ονείρων

Καθώς η θάλασσα εισβάλει

Στο φράχτη των ψυχών.

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

φωτογραφια από blogger



Παραμύθι πασπαλισμένο  με αλισάχνη ήταν .
Ξεκινούσε κάπως έτσι....
Μια φορά κι ένα καιρό  στα πολύ παλιά  τα χρόνια  ήταν ένα θαλασσοπούλι... παράξενο αυτό είναι αλήθεια , δεν έμοιαζε με κανένα άλλο απ΄όσα είχαμε αντικρύσει μέχρι τότε.
Δεν πετούσε πάνω από θάλασσες μόνο , μα σκαρφάλωνε σε βράχια και σε ψηλά βουνά. Προσεχτικά κι αθόρυβα αγνάντευε  με το πρώτο φως της αυγής  κατά το πέλαγος που περνούσαν οι θαλασσινοί.

Στόχευε έναν , άνοιγε διάπλατα τα φτερά του και με ορμή  κατέβαινε το βουνό φτάνοντας ως τ΄ακροθαλάσσι. Ήταν τόσο μεγάλο το έκταμα των φτερούγων του που χωρούσε όλη την Πλάση.Το πέταγμά του αντηχούσε στα Πέρατα  , ανέμιζαν σημαίες και ψιθύριζαν οι φυλλωσιές στο πέρασμά του. Έφτανε πάνω από ΄να τόπο μακρυνό και χόρευε το Θαλασσινό χορό του.
Τον Λάτρευαν οι καραβοκύριδες και τα ναύτοπουλα, τους έφερνε αγέρα καθαρό γιομάτο μυρωδιές θυμαριού , μελιού και αργριοτριαντάφυλλου, κι ύστερα σαν τους αποχαιρετούσε ορμούσε με μια δύναμη κατά τον ουρανό κι άρχιζε την ανάβαση με ταχύτητα πυρός .
 Στα φτερά του κουβαλούσε την αρμύρα και την απεραντοσύνη ,ναυτικές ιστορίες των θαλασσινών που συναντούσε ,που  τις αφηγούνταν  σε όσους είχανε αυτιά και μάτια για να δουν την τρυφερή  μα αντάρτικη καρδιά του.
 Για χιλιάδες χρόνια έκανε τούτο το ταξίδι  από τις ψηλές κορφές στη θάλασσα και πάλι κατά πάνω. Εκεί τον έβλεπαν μικρά παιδιά και λέγαν «τέτοιος θέλω να΄μαι κι εγώ» ταξιδευτής της θάλασσας -ταξιδευτής της σκέψης.

Μια μέρα απρόσεχτος και επιπόλαιος καθώς ήταν (όπως όλα τα γλυκά παιδιά)  παγιδεύτηκε σε ένα βαθύ πηγάδι  που ήτανε στην αυλή μιας άξιας βασιλοπούλας . Εκείνη τον αγάπησε και ήθελε να τον κρατήσει κοντά της ,να την συντροφεύει.  Πήρε λοιπόν και μια χοντρή ψαλίδα του κουτσούρεψε τα φτερά και κάθε μέρα πήγαινε εκεί τον τάιζε ,τον φρόντιζε , του στόλιζε το χώρο , τον είχε «μη βρέξει και μη στάξει.
Εκείνος λάτρεψε την βασιλοπούλα του, μα ήτανε θαλασσινός ,δεν τον χωρούσε το πηγάδι.
Κάπου -κάπου κατέβαζε το μαγγάνι η βασιλοπούλα με τον κουβά και τον ανέβαζε πάνω να δει το φως,  να μη  της μαραζώνει .
Τον άφηνε να πετά μέσα στο περιβόλι , μα τον καιρό τα φτερά του έγιναν δυσκίνητα και δεν μπορούσε να χαρεί τον ήλιο ,το φεγγάρι , τη θάλασσα και το βουνό.
Έρχόταν  μερικές φορές  κάτι μικρά πουλάκια , απ΄αυτά που φτάνουν ως τη θάλασσα , μα δεν τη ταξιδεύουν και του έλεγαν τί έβλεπαν στον «έξω κόσμο».
 Του λεγαν για την γαλήνη της θάλασσας ,για τις βαρκάδες των ερωτευμένων , για τις ώρες που μάνιαζε , του λέγανε για τα άτυχα γεγονότα και τα θλιβερά. Μα επειδή εκείνος βούρκωνε και γέμισαν τα ματάκια του τα στρογγυλά αλμυρές πέρλες , προτειμούσαν να μη του λένε πόσο δύσκολη έχει γίνει η εξευρεση τροφής , πόσο αδύναμα ήταν κι εκείνα .
   Περνούσαν έτσι οι μέρες ,οι μήνες τα χρόνια και το Θαλσσοπούλι μας  άρχισε να τυφλώνεται από τη σκοτεινιά  και την μαυρίλα. Η  γλυκιά βασιλοπούλα σαν στεριανή που ήταν δεν μπορούσε να νιώσει τη λαχτάρα , την έλλειψη ,την απουσία του πετάγματος , του αλατιού, του ιωδίου.
Έσπευδε λοιπόν να φέρνει όλα τα καλούδια στο θαλασσοπούλι μας  ,ότι πιο πολύτιμο είχε στο παλάτι της. ΄Έμενε μαζί του ως αργά ,του γλυκοτραγουδούσε πάιζοντας μαντολίνο κάτω απ΄τ΄αστρα.
Μα εκείνο ήτανε πουλί κι άνθρωπος δεν γινόταν , πάντα τις έλεγε "σε ευχαριστώ "
κι έκλεινε τα βλέφαρά του  να ονειρευτεί τα πέλαγα και τα κατάρτια πλοίων , όμως εψές καθώς φεγγοβολούσε η νύχτα , έβαψε τις αχτίνες του μεθυσμένου φεγγαριού με κόκκινο κοχύλι , γατζώθηκε με το ράμφος του πάνω τους με δύναμη,  και μ’ ένα πέταγμα σπειροειδές βγήκε από τα τρίσβαθα του νου .

 Γδάρθηκε μάτωσε , τα στρογγυλά του μάτια του είχαν σακατευτεί από το απύθμενο σκοτάδι  μα κείνος  εξανάγινε κείνο το πουλί που έβρεχε τις φτερούγες τους σε λεμονανθούς και αλμύρες,  που κουβαλούσε στα φτερά  όνειρα κυματιστά και  αλμυρές αλήθειες κι άρχισε να ίπταται με χάρη,  νικώντας τους  φόβους  του ,  πάνω από το Αιγαίο


Το παραμυθάκι το έγραψα για όλους τους θαλασσινούς και τις θαλασσινές που "ότι αγαπούσαν αρνήθηκαν..... τον τρόπο που δοκίμαζαν πηδώντας το κατάρτι, το μπούσουλα ,τη βάρδια τους και την πορεία στο χάρτη..."Επηρέασμένη από την δημοσίευση των στατιστικών στοιχείων στο blog Kapetanisses

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012


Μια μικρή πριγκίπισσα γεννημένη στις εφτά θάλασσες μπήκε ένα μεσημέρι ξυπόλυτη  στη βαρκούλα της , που είχε το χρώμα του δειλινού , κι άρχισε να’ αρμενίζει στο αρχιπέλαγος.

Ολόκληρες  χιλιετηρίδες  στα γαλανά νερά αρμένιζε,ακολουθώντας  την πορεία που έγραφαν οι προπέλες  των μεγάλων καραβιών, φορτωμένα  με  ταξιδιώτες  κι  εμπορεύματα . Φορτωμένα αγωνίες και λαχτάρες , έρωτες και λύπες , μελωδίες και ψυχές.

Τραγουδούσε κι εκείνη μέσα στη σιωπή της στα  δελφίνια  και  τα χελιδονόψαρα. Καρτερικά σαν έπιανε φουρτούνα απάγκιαζε  σε  θαλασσοσπηλιές.Ταξίδεψε σε μέρη μακρινά κι ονειρεμένα. Είδε ανθρώπους χαμογελαστούς , ανθρώπους σκυθρωπους. Έβλεπε  ανθρώπους λέφτερους , να προοδέυουν, κι άλλους καταπιεσμένους να μάχονται για την ανεξαρτησία τους. Παιδάκια με πρόσωπα γελαστά , παιδάκια πεινασμένα , έβλεπε γυναίκες στον αργαλείο να υφαίνουν  στρωσίδια και βούργιες και να γλυκοτραγουδούν " Πέτα σαΐτα μου γοργή πέτα χρυσό μου χτένι ..."κι άλλες φορές τις έβλεπε ντυμένες μες τα μαύρα να ρίχνουνε στη θάλασσα λουλούδια φαρμακωμένες από της μοίρα τους τα γραφτά.
Γνώριζε τους  κινδύνους,  του να ξανοίγεσαι στα πέλαγα μονάχος, μα ήταν τόση η λαχτάρα της και η θέλησή της να γνωρίσει τον κόσμο που την έκαναν πολύ γενναία.
Είχε το χάρισμα να διαισθάνεται τα γεγονότα ,λες και αυτά είχαν την δύναμη να αντηχούν στα πέρατα του κόσμου και να φτάνουν στο νου της. όταν ήταν να συμβεί κάποιο κακό το ένιωθε, το ζούσε και τότε έσφιγγε στα χέρια της ένα κοχύλι και μια πέτρα παρακαλούσε να πέσει το κακό στην απέραντη θάλασσα κι όχι στους ανθρώπους.
 Περνούσαν οι μέρες , περνούσαν οι μήνες κι εκείνη με το λευκό πανάκι της προσπαθούσε να νικήσει τους φόβους της , τους εφιάλτες της να γίνει πιο δυνατή και γενναία ωστε να μπορέσει να γυρίσει μια μέρα στο παλάτι της. Γιατί στο βασίλειό της μόνο όσες κατάφερναν να αντιμετωπίσουν το θεριό γινότανε βασίλισσες.

Μια μέρα συνάντησε  μια γλυκιά σειρήνα , πανέμορφη , εκλεπτυσμένη με όλες τις χάρες του κόσμου, είχε την ικανότητα να σκαρφαλώνει ψηλά , να αντιμετωπίζει με θάρρος τις δυσκολίες , είχε γλυκιά φωνή σαν γάργαρο νερό και γλυκοτραγουδούσε τόσο που σώπαιναν τα αηδόνια πολλες φορε΄ς μίλια μακριά. Της  ελλειπε όμως  η πιό σημαντική χάρη εκείνη που....που πότέ της δεν θα έβρισκε όσα τραγούδια γλυκά κι αν έλεγε.  Για το λόγο αυτό πολλές φορές κατέβαινε στα πέλεαγα κι όταν συναντούσε κάποιον με αυτή τη χάρη μεταμορφωνόταν σε θεριό , με δέκα πλοκάμια , άρπαζε τον άνθρωπο και τον φυλάκιζε μέχρι να καταφέρει να του αρπάξει την ΄χαρη. όμως πολλές φορές οι άνθρωποι προτειμούσαν να βουλιάξουν το βυθό παρά να τους αρπάξει εκείνη.
Έτσι έλεγαν οι παλιές , έτσι εξιστορούσαν οι γιαγιάδες γι αυτό κι άμα κανείς μπαρκάριζε του δίνανε για φυλαχτό ένα κοχύλι και μια πέτρα για να προτειμήσει να πνιγεί πανά να υποδουλωθεί. Αυτό της είχε δώσει και η δικιά της η γιαγιά σαν μπάρκαρε κείνη τη μέρα.
Η πριγκίπισσα θυμήθηκε ότι η γιαγιά τις είχε πει ,οι μνήμες εγιναν ταξιδευτές της σκέψης της , έσφιξε γερά τη σκότα στο ένα  χέρι μπας και κρατήσει την ψυχή της Στο άλλο το φυλαχτό της, εκείνο που η σειρήνα όσο πιο ψηλά  ανέβαινε τόσο έχανε.
 Πάλεψαν ίσως η πάλη να κράτησε αιώνες ή και έτη φωτός, η νεαρή πριγκίπισα  έχασε τα κουπιά της , η βάρκα της έμπαζε νερά , έχασε και το φως της ,μα δεν παραδίνόταν κρατούσε χερά στο χέρι της , της γιαγιάς τη ευχή,  και τότε η Ταξιδεμένη  μικρή   ψηλάφισε με τα μάτια  της ψυχής της το σκοτάδι κι έριξε στη θάλασσα  την πιο δυνατή  ευχή της  και γέμισε η θάλασσα γέφυρες απο  μοσχολούλουδα που εκείνη πια δεν έβλεπε , δεν μύριζε  μα λέγεται ότι όποιος περνάει από κείνο το σημείο τη βλέπει, την ακούει να εύχεται από ψυχής «» καλό ταξίδι στους ταξιδευτές.

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012


Ωρίωνας Σείριος Προκύωνας Αλτάιρ Κανόπους και Κένταυρος ,Βέγκα ,Ζάνια , Πλειάδες... τα Χρόνια και οι  αιώνες σε μια μεταφυσική «μάζωξη» των άστρων.

Κύλησε το χρώμα τους σαν σύντομος χείμαρος  αστρόσκονης. Ίσα που ανοιγόκλεισες τα μάτια μα  γλύκανε την ψυχή, κι έσβησε στον ορίζοντα πρίν προλάβει να δει το δάκρυ. Πρόλαβες να κάνεις μια ευχή; πριν ξημερώσει ;

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012




ποιός μου 'μαθε να ταξιδεύω ο άνεμος ή τα πουλιά;



Άρωμα μνήμης , ήχος θαλασσινός, λόγια βουρκωμένα, 
ποιός μου 'μαθε να ταξιδεύω
ο άνεμος ή τα πουλιά;
σε τόπο  μυστικό σωπαίνω, βότσαλα ρίχνω , μη χαθώ,
κοχύλι παίρνω,ν' αφουγκραστώ τον άνεμο,
παραμένω εδώ πιστός , στου αιγαίου τα κύματα,  εκεί θέλω να "χαθώ"
στο λίκνισμα της θάλασσας, στα μοναχικά , του μυαλού ταξίδια
εξατμίζομαι στο αιώνιο φιλί της θάλασσας στο βράχο,
φως  ήλιος νύχτα φωτισμένη


Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

το κρινάκι της άμμου



26 Σεπτεμβρίου 2011 …περιδιαβαίνοντας τις παραλίες του τόπου  κάπου εκεί συναντησα σαν θυμιαμα θαλασσινούς κρίνους… σχεδόν μυθικό το κρινάκι της άμμου το κρινάκι του Αγίου Νικολάου

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010




f


Υπάρχουν στιγμές πρωινά, που εισχωρεί στ' άδυτα του μυαλού μου σαν ν' ανακαλύπτω εικόνες και ήχους στο διάνυσμα του χρόνου μου..Το λευκό κεχριμπάρι που την ψυχή μου φώτιζε στις ασημένιες πρωινές αντανακλάσεις αναχωρήσεων . Αιχμαλωτίζει την ουσία της ευτυχίας ακουμπά σε μνήμες αγάπης τρυφερής κι αέρινης...Το άρωμα της ανασαιμιάς που λάτρεψα, ντυμένο κόκκινο ,που αμίλητα περιμένω σήμερα το χρώμα της αυγής να εξαϋλώσει αναπνοές κι ονειρικά περάσματα την μοναξιά σ' αγάπης πέλαγο βαθύ και μέσα του..να χάνομαι.

Είναι η κρυφή δίψα..να ξεδιψάσω από τις μνήμες, μνήμες που αλυχτούν σε ώρες και σκέψεις που χτυπούν την πόρτα της καρδιάς μέρες και νύχτες, για όλα εκείνα που έζησα και την θεμελίωσαν..,που αναβλύζει και φιλτράρει το υγρό πυρ της ψυχής μου.. Να μην χαθεί η κυρά Θαλασσινή η θαλασσινή μνήμη, που εκεί βίωσα την δική μου παιδικότητα ως την ενηλικίωση ,κάτι πολύ πιό δικό μου,ανθρώπινο,
κάτι το "ανείπωτο", ειπωμένο με αποστομωτική ειλικρίνεια..την δική μου αλήθεια...
κι απόψε ξανά στήθηκε, με αισθήσεις τυλιγμένες , στο άρωμα που τότε την έλουσε....



Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

ώρες της αλήθειας



..και σα να μην φτάνουν οι ώρες της αλήθειας….τα μάτια μου κλείνω σε μια χούφτα κόκκους άμμο πυρωμένη θαλασσινή… που όλη τη μέρα φυλάκιζε τη ζέστα του ήλιου
βράδια και άγουρα πρωινά ανατριχίλα από τον κτύπο των κυμάτων την βουή της...και τώρα..μια ώρα τέτοια με βασανίζει ,αγωνιά προσμένοντας…το αύριο περιμένοντας το σήμερα περιμένοντας….

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

νοσταλγός ταξιδευτής




μαι ανάμεσα στο βογγητό μιας θαλασσοδαρμένης ακτής.Και μες στα χέρια μου κρατώ ήχους βραχιάς μοναξιάς που το χτυπούν η ορμή κυμάτων της που χορεύουν μ’ έναν νοσταλγό ταξιδευτή λόγο…..


24 Οκτωβρίου 2010 10:38


Αλμυρό αέρα συναντούν τα χείλη μου από κραυγές προσευχών κυμάτων Κραυγές για τις πίκρες της θάλασσας, Είναι η θλίψης της θάλασσας Η θάλασσα, η θάλασσα καθώς κύματα φουσκώνουν του βοριά θύμησες κολυμπώντας σε αναμνήσεις…