το γαλάζιο ατενίζοντας πέλαγος
και τον καπνό
ενός πλοίου
κείνου του ίδιου καραβιού ΄...
που μια βραδιά τον πήρε
κι ήταν πάλι
η μέρα νωτισμένη,
κι ήταν τα χέρια ανήσυχα , διστατικά,
και η καρδιά ασταμάτητα και απαιτητικά
.... να εκλιπαρεί
Φόρεσε το λευκό το ρούχο
το ματωμένο στης καρδιάς το μέρος
κι
άρχισε να πετά πάνω από
τα σαράντα κύμματα τα μαγικά
τους κήπους της Εδέμ
τους κρεμμαστούς
στο μουράγιο,κοντοστάθηκε
στο ξωκκλήσι, κερί άναψε
ένα
και είδε μες στο φως του
όλα τα όνειρα,
τα ναυαγισμένα
και τις φωνές των πνιγμένων κι άκουσε ,
μέσα σε φλόγες και ουρλιαχτά,
τη γη να γυρνάει είδε κάπου εκεί
το χρόνο να φεύγει είδε πλημυρρισμένος
σ' αλμυρά της ποτάμια μέσα
στο μαξιλάρι βουτηγμένος
.

