Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Corazón coraza Mario Benedetti
Porque te tengo y no
porque te pienso
porque la noche está de ojos abiertos
porque la noche pasa y digo amor
porque has venido a recoger tu imagen
y eres mejor que todas tus imágenes
porque eres linda desde el pie hasta el alma
porque eres buena desde el alma a mí
porque te escondes dulce en el orgullo
pequeña y dulce
corazón coraza.

Porque eres mía
porque no eres mía
porque te miro y muero
y peor que muero
si no te miro amor
si no te miro.
Porque tú siempre existes dondequiera
pero existes mejor donde te quiero
porque tu boca es sangre
y tienes frío
tengo que amarte amor
tengo que amarte
aunque esta herida duela como dos
aunque te busque y no te encuentre
y aunque
la noche pase y yo te tenga
y no.

Ποιήμα του Μάριο Μπενεδέττι από το μυθιστόρημα «Gracias por el fuego»,ένα διήγημα όπου η στέρηση και η ήττα συναισθηματική  και  προσωπική είναι το καθρέπτης μέσα στον οποίο αντικατοπτρίζονται οι δυσκολίες και οι στερήσεις ενός ολόκληρου λαού γενικότερα .
Ο πρωταγωνιστής Ramón Budiño μέσα από την διήγηση της δικής του ζωής διηγείται και την ζωή της πατρίδας του . Η σχέση με τον πατέρα του μοιάζει με ελληνική τραγωδία , με διαρκείς διαμάχες και απογοητεύσεις
Μέσα στις άλλες δυσκολίες που αντιμετωπίζει ζεί την αποστέρηση της αληθινής αγάπης. Ερωτεύεται την κουνιάδα του -γυναίκα που αγαπά μα δεν μπορεί να αγγίξει- Όλο το διήγημα είναι η εικόνα μιας χώρας που πρέπει να φτάσει στον πάτο του πηγαδιού για να βρει σωτηρία για να μπορέσει να αρχίσει από την αρχή να εκτιμά τον εαυτό του και να «αναστηθεί».


Καρδιά –φράχτης - Mario Benedetti

Γιατί σε έχω και δεν σε έχω

Γιατί σε σκέφτομαι

Γιατί  η νύχτα έχει τα μάτια ορθάνοιχτα

Γιατί η νύχτα περνάει και εγώ λέω «αγάπη»

Γιατί ήρθες να πάρεις  την εικόνα σου

Και είσαι ομορφότερη  απ΄όλες τις εικόνες σου

Γιατί είσαι όμορφη απ΄την κορφή ως τα νύχια

Γιατί είσαι καλή μαζί μου με την καρδιά και την ψυχή

Γιατί κρύβεσαι στην γλυκειά σου περιφάνεια

Γλυκιά καρδούλα

Καρδιά –φράχτης

Γιατί είσαι δική μου

Και  δεν είσαι

Γιατί σε κοιτώ και πεθαίνω

Και το χειρότερο απ΄το να πεθάνω

Να μη  σε βλέπω αν δε σε κοιτώ





Γιατί είσαι παντού

Αλλά υπάρχεις περισσότερο  εκεί που σε θέλω

Γιατί το στόμα σου είναι σαν αίμα

κρυώνεις και πρέπει να σ΄αγαπω,

Π ρ έ π ε ι  να σ’αγαπώ ,αγαπημένη

Ακόμη κι αν  αυτή η πληγή με πονάει διπλά

Ακόμη κι αν  σε ψάχνω και δεν σε βρίσκω

Ακόμη κι όταν

Η νύχτα περνάει και είσαι δικιά μου

Δεν είσαι...






Εγώ είμαι εδώ και όλα τ' άλλα είναι αλλού
είμαι εδώ κι έχω μια θάλασσα μπροστά μου
που 'χει το τέλος της στο τέλος τ' ουρανού
έναν ορίζοντα που ζήλεψε η καρδιά μου

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012



4
Λοιπόνμου είπε η μάντισσα η Ζωή
όλα θα σου τα πω, μα κοίταξε
θα χρειαστεί μια ολόκληρη ζωή”.
Γιάννης Υφαντής


Αποστολέας άγνωστος



Mέσα στη νύχτα ήχος χαρακτηριστικός κουδούνισμα τηλεφώνου, αυτές οι συσκευές θα έπρεπε λειτουργούν με το φως του ήλιου.

Με την καρδιά να σφυροκοπάει και τα πόδια να τρέμουν κατευθύνομα βιαστικά μεταξύ ύπνου  και ξυπνητού, -σκοτεινός που είναι αυτός ο διάδρομος!!

Ανοίγω την πόρτα του σαλονιού , ευτυχώς , εκεί αφήνω ένα φως αναμμένο , μετα από υπόδειξη-  στο υποκίτρινο φως του πορτατίφ   το δωμάτιο δείχνει απόκοσμο, Ντιν- ντιν- ντιν ντιν, χίλιες δυο σκέψεις μέχρι να ανοίξω την τσάντα να βγάλω το κινητό από τη θήκη....

Σκέφτομαι «Η τσάντα και το τσαντάκι» του Δημήτρη Ψαθά , που το διαβάζαμε στο Ανθολόγιο και ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια

      Αλήθεια πόση τέχνη και αγάπη για τον αναγνώστη είχαν κάποιοι άνθρωποι !! (χωρίς ετούτη την τάση του πολύπλοκου, που διαπιστώνω τελευταία  στη χρήση του λόγου....)

Με λίγες σταράτες ξεκάθαρες κουβέντες έφταναν στο ζητούμενο, ούτε πολλές περιστοφές ούτε «λαχανάκια Βρυξελλών»



Τέλος πάντων ανοίγω τη συσκευή , έχετε ένα  ΕΣ. ΕΜ .ΕΣ, διαβάζω

«έχω καιρό να πάρω νέα σου και ανησυχώ πολύ για σένα»

-Έλα Χριστέ και Παναγιά !!! Ποιός είναι αυτός τέσσερις η ώρα τα ξημερώματα ανησυχεί για μένα..;;;

Οι δικοί μου δεν είναι ,τα αδέρφια μου ούτε, έτσι κι αλλιώς όλοι τέτοια ώρα  παριστάνουν τους πεθαμένους  - όπως  λέει και ο Νίκος Καββαδίας.

 Υποψιάζομαι ότι  πρόκειται για κάποιο λάθος.

Τί εξομογλόγηση και τούτη μέσα στη νυχτιά!!

Αποστολέας –Άγνωστος.

Κοιτώ ξανακοιτώ  το μήνυμα, είναι εκεί,  μου δείχνει την αγωνία, κάποιου άγνωστου σε μένα ανθρώπου ,για κάποιον άλλον , άγνωστο; Γνωστό;

Αν είχε νούμερο θα του απαντούσα :

«Τα ταξίδια στη θάλασσα τη νύχτα είναι υπέροχα, σκοτεινή θάλασσα και κάπου κάπου ξεπροβάλλει κάποιο πλοίο  με τα φώτα πορείας αναμένα , μα θαρρώ πως δεν ανησυχείς για μένα»



Μα δεν έχει κανένα στοιχείο.

Ανοίγω το παράθυρο παίρνω μια ανάσα να ηρεμίσω, αρώματα μεθυστικά θυμαριού και πορτοκαλιάς , αύρα και δροσιά στο γλυκοχάραμα

http://elhangardetj.blogspot.com/2012_01_01_archive.html
 - η καλύτερη ώρα της μέρας είναι μεταξύ τέσσερις και κάτι μέχρι πέντε και κάτι ...σαν τις πρωτες ώρες στη βάρδια του «γραμματικού» ίσα  μέχρι να ξημερώσει-  γυρίζω στο κρεββάτι χώνομαι κάτω από τα σεντόνια και πριν πω «κίμινο» ακούω μια φωνούλα να λέει «Μάμι , τι έπαθες σήμερα και δεν ξυπνάς;» Ανοίγω τα μάτια Ολη η οικογένεια γύρω μου ανήσυχη, «κοιμόσουν –λέει- πολύ βαριά πήγε εφτάμιση η ώρα είσαι καλά; δεν θα κάνεις το πρωινό ;»

Σηκώνομαι αλαφιασμένη τρέχω δίχως κουβέντα στο σαλόνι κοιτώ τη συσκευή ....Τίποτα.«Έτσι σακούω εγώ και χωρίς να με καλέσεις»  Έλλη Γιαννοπούλου

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012




Γωνιά γωνιά
Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Γωνιά γωνιά σε καρτερώ
γωνιά γωνιά σε ψάχνω
ψάχνω να βρω τα μάτια σου
κι απ' τον καημό τα χάνω.

Αλλού απλώνεται δροσιά
κι αλλού χιονιάς σφυρίζει
και τ' όνειρο που χάνεται
πάει και δε γυρίζει.

Γωνιά γωνιά σε ζήτησα
γωνιά γωνιά σε βρήκα
σου φίλησα τα μάτια σου
και στους καημούς σου μπήκα.

Αλλού απλώνεται δροσιά
κι αλλού χιονιάς σφυρίζει
και τ' όνειρο που χάνεται
πάει και δε γυρίζει.

http://zerovelocity.gr/
 Για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, γωνιά-γωνιά σε ένα πέλαγος σκέψεων σήμερα τραγουδώ το τραγούδι αυτό απ΄το πρωί. Θα μπορούσε να είναι κύμα το κύμα , ανθό τον ανθό και κείνο το λουλούδι που το καλόμαθα  και τώρα μου φωνάζει τη δίψα του .
Στον πάτο ενός φλυτζανιού καφέ σε παραδοσιακό καφενεδάκι, στα σοκάκια της Πλάκας, στα καλντερίμια της Απάνω πόλης που κρατούν τα χνάρια των ανθρώπων που τα περπάτησαν .
Μύθο το μύθο ,μίτο το μίτο απ΄το λαβύρινθο πασχίζουμε να βγούμε με μυρωδιά από δεντρολίβανο και χαμολήλι


Στο περιβόλι των ονείρων μπήκα η φύση σε οργασμό, βόμβος από έντομα που τρυγούν τη γύρη, τη ζωή, το γλυκοχάραμα  μελωδίες από κοτσύφια και μια ευωδιά απ΄τις λεμονιές, βάλσαμο στις πονεμένες καρδιές

Ψίχουλα ζωής που φτιάχνουν το μεγάλο το αληθινό.

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012




Θυμάσαι μια φορά που με περίμενες μέσα ση βροχή και ήταν εκείνη η χρονιά που έβρεχε συχνά
Θυμάσαι που όταν μπήκε η άνοιξη  μάζευες ανεμώνες και τις πετούσες στη θάλασσα;
Τότε που μου είπες ότι σου αρέσουν οι μαργαρίτες οι λευκές και η ζάχαρη στο ψωμί;
και σου είπα "οι μαργαρίτες πάντα λένε σ' αγαπώ αρκεί να κάνεις τη σωστή ερώτηση"
Εκείνη τη μέρα που πετούσαμε τόξα στον ήλιο για να δούμε το πορτοκαλί της Δύσης;
και τότε που σου έλεγα "μην τρώς το φρούτο της λησμονιάς" και με ξεχάσεις
και το ασημί του φεγγαριού μου έβαζες στην πλεξούδα
Εκείνη τη μέρα που ιχνογραφήσαμε το Αιγαίο σε ένα μπλοκάκι παιδικό
και δίναμε ονόματα στα νησιά σα να 'ταν χρώμματα
 η Μενεξεδιά, η Ρόζα, το θαλασσάκι,η άλικη η σμαραγδιά .....και  άλλα χρωματιστά ονόματα αέρινα σαν να ήταν κάθε νησί ένα  πνεύμα πάνω στα αφρισμένα   κύματα της θάλασσας.
το πιο μεγάλο το έβγαλες πορτοκαλένια...που'χε ένα και μοναδικό αστέρι του ουρανού.....

Εν πλώ και εν όρμω

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Το νανούρισμα του Δία


 
Ένα μακρύ ταξίδι στο μύθο της γέννησης του Δία απ’ όπου και το νανούρισμα του θεού Δία που ερμηνεύει η Ιροντίνα σε στίχους της Πέλας Σουλτάτου από το c.d που συνοδεύει το εξαιρετικό λεύκωμα (με κείμενα, πίνακες και φωτογραφικό υλικό) τριών δημιουργών του ζωγράφου Μίλτου Παντελιά της γλύπτριας Ειρήνης Γκόνου και μουσική του συνθέτη Μιχάλη Ανδρονίκου.
Αφηγητής είναι ο ηθοποιός Δημήτρης Καταλειφός
 




 


 



 






 Από το  πολύ ενδιαφέρον  blog http://key-em.blogspot.comταξιδεύοντας.
from flickr

Ποίηση ξενων λογοτεχνών για την Ελλάδα.

Heberto Padilla
(1932-2000)

Ταξίδευα στην Ελλάδα

Ταξίδευα στην Ελλάδα
και περίμενα να βρω σε όλα τα ίχνη του Καβάφη
Σκεπασμένη από τη βροχή,
χρωματισμένη από την κοκκινωπή λάσπη,
τι παράξενη και μοναχική ήταν στην μνήμη η Αλεξάνδρεια!

Στον έρημο ναό,
στη χαμένη πολιτεία, στους μύθους,
στα τείχη, πώς μπόρεσε ο Καβάφης
να τους αποσπάσει τα σημάδια της ζωής;

Στο τρένο της επιστροφής
όταν γύριζα από άλλα ερείπια,
ο κάμπος έμενε βουβός
και το δάσος κιτρινισμένο
στην άκρη των δρόμων
αλλά δε στάθηκα μπροστα σ' εκείνο το σκοτεινό δέντρο
που είδα διαβαίνοντας

και μπήκε από το παράθυρό μου,
κι ακόμα αφήνει στα χαρτιά μου
ένα διψασμένο ξεφτίδι,
που πλανιέται ακόμα πάνω από την αγάπη μου
σαν ένας κακός οιωνός.


μτφ. Ρήγας Καππάτος
- από το βιβλίο Η παρουσία της Ελλάδας στην
ποίηση της Λατινικής Αμερικής

εκδ.
Εκάτη, 2003

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012


Στις απουσίας τα λόγια δάκρυσαν οι τοίχοι ,και σμίξανε τα δάκρυα με αυτά του δειλινού
και τα λουλούδια μέσα στο ίδιο βάζο που έχει το σχήμα της απουσίας
το χρώμα της μοναξιάς 
κι ένα αόρατο χέρι  πασχίζει να αποχωρήσει το σκοτάδι  από τον έρωτα

Λευκό  πουλί που δε σε σκιάζουν  τα μελτέμια του Αιγαίου ούτε οι αντάρες της ψυχής  , πάρε με μαζί σου σε  ρότα μαγική να πορευτούμε  στα πελάγη  και με πυξίδα  μοναχά  την κορυφή του ονείρου κι εκείνο το  εκκλησάκι  παρέα με τους ποιητές  που σ' οδηγούν στ΄αστέρια
φωτο απο explorers.gr

Σαν το Διογένη με το λυχνάρι, στα απόνερα των πλοίων , στους ήχους , στις γεύσεις, στο δάκρυ, στα περάσματα ,  στο Καβο Ντόρο , στα σκισμένα δύχτια, στις επιγραφές , στα ονόματα των δρόμων , στα κάτασπρα ξωκκλήσια , σ’ ανηφοριές , στους στίχους ,στα παραδοσιακά καφενεδάκια ,στα αγέννητα όνειρά μας  όπου έσφιζε η ζωή τώρα ......μας αφήσαν μόνο στάχτες...και ενοχές....
H πόλη που αγάπησα foto from facebook
όνειρα,αισθήματα, πόρτες στις καρδιές, αρώματα από λουλούδια που μόλις έκλεψες , και η ζωή πετάει σύρριζα στη θάλασσα δεμένη απ΄την χρυσή κλωστή της Αριάδνης







Mέσα στη γλύκα μέσα στην πίκρα και την οργή κρύβεσαι εδώ και λες πως είσαι εκεί ,αποτυπωματα αφήνεις  με μια θλιμμένη ανακούφιση θαρρείς πως είσαι εκεί και λες πως είσαι εδώ ,στης σκέψης την φυσαλίδα φώλιασες και εύχεσαι το μαύρο το λιθάρι να με βρεί στου μέτωπου τη μέση, κυλίστηκα μέσα στην άμμο με  τα ξεχασμένα κοχύλια που μοιάζουνε με ίχνη που γεύομαι μέσα τους θαλασσινά όνειρα






Με τα μάτια ανοιχτά
πόντο, πόντο
μετράω τη βουτιά
Στη ζωή σου χωράω
στριμωχτά
(Γιώτα Κοτσέτα- Μυρτώ Κοντοβά)

Ηρθε πάλι η Παρασκευή  και είναι προπαραμονή της Εθνικής μας Εορτής.

Κι όμως τίποτα δεν αλλάζει  τελευταία  όλα τα χρώματα που απ΄ τα όνειρα γλιστρούν είναι ίδια οι «στιγμές» έχουν γίνει αιώνας

Οι κόκκοι άμμου αμετακίνητα βράχια
Οι κουκίδες στο χάρτη ολόκληρες ήπειροι 
Κάπου εκεί κι εγώ ψάχνω το γρά μμα που θα αλλάξει την λέξη , που την σιωπή θα την κάνει ήχο τριζονιού.

..... έγραφα και ένας ήχος ήρθε σαν από λήθαργο , σαν ξυπνητήρι , τραντάχτηκαν τα κύτταρα για το μεταφυσικό της στιγμής ....μια λέξη .... μα ....

Ήταν η σκέψη μου η τρελλή....ανασα ωκεανού ,ανάσα ωκεανού , ανάσα ωκεανού....



ανάσα ωκεανού, ανάσα ωκεανού, ανάσα ωκεανού

"Δός μου τα χέρια σου, δός μου τα χέρια σου, δός μου τα χέρια σου



Σήμερα ανακάλυψα το blog   Στων παραμυθιών τα σταυροδρόμια του Δημήτρη Προύσαλη αυτού ανθρώπου με την τέχνη του  " παραμυθά".
Τον έχω παρακολουθήσει στις διηγήσεις του, μόνη και  με την οικογένειά μου και πάντα έχει μοναδικό τρόπο να  παρουσιάζει μύθους από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό.
Αξέχαστες οι βραδιές στο AL ANDAR της δασκάλας Μαρίνας Κατσαρά , στο θέατρο ,  στη Στοά του βιβλίου κλπ. Στο blog του θα βρούμε πληροφορίες για όλες τις δραστηριότητές του 
Για το παιδί που κάποτε υπήρξαμε και μακάρι να είμαστε ακόμη.
Αντιγράφω από την σελίδα του:

Δημήτρης Β. Προύσαλης
Γεννήθηκε στην Ολλανδία. Πραγματοποίησε σπουδές στα παιδαγωγικά, στη Βιβλιοθηκονομία, στην Ειδική Αγωγή και μεταπτυχιακές σπουδές στη Λαογραφία. Από το 1988 εργάζεται ως δάσκαλος στη δημόσια εκπαίδευση. Ασχολείται με τη μελέτη, ανάλυση, συλλογή και καταγραφή του λαϊκού παραμυθιού από το 1999.

«Ελάτε να πούμε ψέματα, δέκα σακιά γιομάτα!»


Αλήθεια πώς άραγε να βρέθηκε ο ήλιος με το φεγγάρι στον ουρανό; Ποια είναι η ιστορία του κυρ Λάζαρου του μπαλωματή που ξεγέλασε 40 δράκους; Από πότε η θάλασσα έγινε αλμυρή και δεν την πίνουμε; Τι σκανταλιές μπορεί να κρύβει ένα τσουκαλάκι;»

Λαϊκά παραμύθια για παιδιά από 6 έως 106 ετών…

Σάββατο 31 Μαρτίου ώρα 11.30 το πρωί
Εργαστήρι Μελέτης της Παιδικής Ηλικίας -Ιωάννου Φιλήμονος 3
Στάση ΜΕΤΡΟ «Μέγαρο», πίσω από την Αμερικάνικη Πρεσβεία
Κρατήσεις θέσεων στο 211-4051903

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012


Όταν ήμουνα παιδάκι  είχα μια φίλη, ας την πούμε Ιωάννα Σ. Μέσω κοινών γνωστών είχαμε γνωριστεί παρόλο που  δεν πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο . Τύχαινε όμως οι αδερφοί μας να είναι φίλοι.

Κάναμε αρκετό καιρό παρέα, βγαίναμε βόλτες λέγαμε τα νέα μας , διαβάζαμε μαζί στην τοπική βιβλιοθήκη , ανταλλάσαμε επισκέψεις , ορκιζόμασταν πίστη και αιώνια φιλία.

Κάποια μέρα, η Ιωάννα έκανε μια «κουτσουκέλα» και την ανακάλυψαν οι γονείς της, τρομαγμένη με πήρε τηλέφωνο  και μου ζήτησε να την υπερασπιστώ , μάλλον να την καλύψω.

Μιας και είχαμε ορκιστεί αιώνια πίστη και αφοσίωση η μια στην άλλη, δίχως να το πολυσκεφτώ συμφώνησα.

Μιά και δυά, σε λίγη ώρα καταφθάνουν οι γονείς της στο σπίτι μου, λογικότατο βέβαια , γεμάτοι απορίες.

Είχα πει -μεν- στη φίλη μου ότι θα την καλύψω, μα δεν είναι εύκολο πράγμα να αντιμετωπίζεις εξαγριωμένους γονείς  και μιλάω για τέσσερα άτομα ,γιατί και οι δικοί μου που πίστεψαν αυτή την ιστορία που σκαρφιστήκαμε με την Ιωάννα  , δεν πίστευαν στα αυτιά τους. Ρωτούσαν πράγματα και γεγονότα,  κι  μέσω ενός κώδικα που δημιουργήσαμε εκείνη τη στιγμή με την Ιωάννα ,  συμφωνούσα ή διαφωνούσα με όσα έλεγαν .

Προσπαθούσαν να ανακαλύψουν, πότε συνέβη αυτό που τους λέγαμε, μιας και όλη εκείνη την ημέρα εγώ ήμουν στο σπίτι.

Τέλος πάντων, δεν ξέρω κατα πόσο το πίστεψαν , έφυγαν από το σπίτι μου λέγοντάς μας «κομμένη η παρέα σας».
Τιμωρήθηκα βέβαια από τους γονείς μου  για πολύ μεγάλο διάστημα, που "ερήμην" τους,  «είχα μπάσει ένα παιδί στο σπίτι» και  που δεν  τους ενημέρωσα για να επικοινωνήσουν με τους γονείς της να μην ανησυχούν , στο κάτω κάτω δεν θα της έπαιρναν το κεφάλι.
Μα πάλι έσπαγαν το κεφάλι τους να μάθουν πώς εισχώρησε αυτό το παιδί στο σπίτι και πού κρύφτηκε . Η μητέρα μου έλεγε «μα έγώ όλη τη μέρα γυρίζω στο σπίτι πώς δεν την είδα ...είσαι σίγουρη παιδί μου ότι ήταν έδώ;»


Περιττό να πώ ότι έκτοτε την Ιωάννα ούτε την είδα ούτε την άκουσα. Με λύπησε πολύ το γεγονός ότι παρόλο που πήρα πάνω μου όλη την ευθυνη για κάτι που δεν είχα , μα ούτε και σήμερα έχω ιδέα τί ήταν , εκείνη εξαφανίστηκε , έτσι όπως  μια μέρα μπήκε στην ζωή μου.

Δεν ήξερα αν ζούσε αν πέθανε , δεν ήξερα καν - τί στο καλό είχε συμβεί τότε που μου ζήτησε να την υπερασπιστώ. Κάποια στιγμή από τον αδερφό μου έμαθα ότι οι γονείς της την είχαν κλειδαμπαρώσει , μάλιστα για ένα διάστημα δεν την άφηναν να πάει ούτε μέχρι το μανάβη , πόσο μάλλον να μου μιλήσει ή να επικοινωνήσει. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ούτε κινητά , ούτε σελίδες «κοινωνικής δικτύωσης» ...καλά και να υπήρχαν η μητέρα της θα της έλεγχε το κάθετί και θα τις  έκοβε τα πόδια .

Ωσπου μια μέρα,  περνώντας ο πατέρας μου από  το μαγαζί και σταματώντας να ψωνίσει έμαθε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν ανοίξει τον οχετό και είχαν αφήσει να αιωρείται η μπόχα.

Σαν άντρας όμως εκείνος δεν τους φοβήθηκε ...έθεσε το ερώτημα « Θα ήταν καλύτερα κυρία μου αυτό το μικρό παιδί να γυρίζει μέσα στην πόλη νυχτιάτικα μόνο ή είναι καλύτερα που το παιδί μου του άνοιξε την πόρτα «εν αγνοία μας» και το φιλοξένησε;

Δεν ξέρω ποιά ήταν η απάντησή τους , εκείνος γύρισε καταστενοχωρημένος στο σπίτι, μα και περίφανος που το παιδί του τίμησε την φιλία

Ποτέ δεν είχα μιλήσει , δεν είχα αποκαλύψει στους γονείς μου ότι αυτό το κοριτσάκι ποτέ δεν ήρθε σπίτι μας ότι ποτέ δεν το φιλοξένησα ότι ποτέ δεν έμαθα το γιατί με έμπλεξε εμένα και την οικογένειά μου έτσι.

Ώσπου πριν λίγες μέρες περπατώντας στο δρόμο άκουσα μια φωνή  να μου φωνάζει και να μου ζητά , να σκαρφιστώ μια δικαιολογία  ..και αυτή η περιπέτεια με το κοριτσάκι στριφογυρνούσε στο μυαλό μου για ώρες  .ομως έπρεπε να υπερασπιστώ κάποιο αγαπημένο άτομο και μετά  από κάμποση σκέψη πήρα την ευθύνη  για το «δις εξ αμαρτήν» ..και .... γύρισα τριάντα χρόνια πίσω το ρολόι


Λοιπόν απόψε είχα ένα όνειρο τρομαχτικό και σκέφτηκα ότι αν το μοιραστώ μαζί σας ίσως να ξορκίσω το κακό.
Πήγε λέει να πληρώσω την ΕΥΔΑΠ και ο υπάλληλος μου ζητούσε 900 ευρώ χαράτσι!!!! Ελπίζω να μην βάζω ιδέες.!!
Επέμενα ότι ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ και μάλιστα έλεγα "Να πληρώσει ο Γιωργάκης " Πώ πω εφιάλτες ....!!Τί είδους λαβύρινθο ζω;
 Ο δε υπάλληλος σωνει και καλά (απορώ πως χώθηκε στο όνειρό μου!!) να επιμένει κι εγώ το απάντησα
 " Δε μου λες ανθρωπέ μου είσαι ευχαριστημένος ή βολεμένος΄"
Και τότε με έπιασε ένας πόνος στο στήθος ....από την τρομάρα μου ξύπνησα (μπας και ξηλώσω το κουβάρι) και το παράξενο  ο πόνος ήταν ζωντανός , ανακατευόμουνα, στριφογύρισα λίγο μπας και ξανακοιμηθώ αλλά τίποτα ο Δημόσιος Υπάλληλος καραδοκούσε..και συγνώμη απο τους Δ.Υ ..Σήκωσα το πτώμα μου και σαν προσκυνητής πήγα στο καναπεδάκι μου, πήρα ένα βιβλίο και προσπάθησα να ταξιδέψω ως τα κύματα του Πελάγους να ηρεμίσω .
Από το νοσταλγικό Αγρινιώτικο μπλογκ Αγρίνιο Γλυκές μνήμες Το χρονικό της πολιορκίας και απελευθέρωσης της πόλης μας





Οταν κοιτάζεις δίχως να βλέπεις... η Γη είναι  η Γη και τίποτε άλλο 

 Atahualpa Yupanqui.


Ανθη λευκά ξεπρόβαλλαν μονομιάς θέλουν θαρρείς να ζωγραφίσουν τη σιωπή

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012



Όμορφη  που ΄ναι  η  θάλασσα σαν την  θωρρώ ,Από το παραθύρι  Που στα τρία  την χωρίζει  
και το βαπόρι  πρόβαλλε   σαν  ήλιος  ,με της αυγής  τα χρώματα Που την ψυχή ραγίζει
Μνήμες σε χρώματα που πλέκαν χθες  όνειρα υποσχέσεις , που ο βοριάς τα πήρε......

Διάφανος



Σαν ξένο, σαν ξενάκι, γι αυτό εγίνηκε αέρινο μα σταθερό ετούτο το κονάκι




 


Στίχοι - Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου -
Πρώτη εκτέλεση: Σωκράτης Μάλαμας~

Στου δειλινού την άκρη αποκοιμήθηκα
σαν ξένος, σαν ξενάκι, σαν πάντα ξένος
κι ήρθε και κατακάθησε πάνω μου
 σα σεντόνι όλη της γης η σκόνη,
όλη της γης η σκόνη...

Ωωωω... Ήρθε με τη σειρά της
 κι η μαύρη θάλασσα έφερε
 ένα καράβι ακυβέρνητο
ανέβηκα σαν άνεμος,
ανέβηκα σαν κλέφτης
το ψέμα δεν το βλέπεις,
το ψέμα δεν το βλέπεις...

Ωωωω... Στην πλώρη ακουμπισμένος,
ένας διάφανος τα κόκκαλα μετράει,
 μένει άφωνος τρώει την πέτρα σαν ψωμί,
ο Καίσαρας Βαλιέχο άλλο αδερφό δεν έχω,
άλλο αδερφό δεν έχω...

Ωωωω... Σπυθίζει το τσιγάρο σε κάθε ρουφηξιά
η Ισπανία γέρνει, κι η μόνη που νικά

η ηδονή που μας γεννά,
που παίζει το χαρτί μας,
χωρίς τη θέλησή μας,
χωρίς τη θέλησή μας...

Ωωωω.... Στου δειλινού την άκρη,
 δε βλέπεις όνειρα αυτά που γίναν
βλέπεις και τα επόμενα βλέπεις
τον άνθρωπο μικρό,
που τον πατάν στ'αλήθεια τα πόδια του
τα ίδια, τα πόδια του τα ίδια...
Ωωωω...
Ναυτικός  στη στεριά - Ραφαέλ Αλμπέρτι






Αν η φωνή μου χαθεί στη στεριά
  Φέρτε την στη θάλασσα
Κι αφήστε την στην ακτή
Φέρτε τη στη θάλασσα
Και ονομάστε την ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ
Ενός πολεμικού πλοίου

Αχ η φωνή μου στολισμένη
με Παντιέρα ναυτική :

μια  καρδιά κι απάνω της μια άγκυρα
  ένα αστέρι απάνω του  ο άνεμος
και  στον άνεμο ένα πανί

Αφιερωμένο στη Δόκιμο Πλοίαρχο

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012


τις  ώρες τις μοναχικές ,
στο βυθό των αναμνήσεων βουτήξαμε ,
και όσα λεηλατήσαμε μας στοιχιώσαν ,
στου Μάρτη  τη μεταφυσική παρουσία,
επινοήσαμε  την ανυπαρξία,
μα  βρήκε χαραμάδα το φως,
της σελήνης  και εισήλθε ,
κι ας έκλεισες τις πόρτες,
χλωμές σκιές πεταξαν , στης μνήμης τα   μακρινά πελάγη,
στην υγρή άμμο που προσκυνήσαμε η  άμπωτη κοχύλια έφερε  
και χάρτινα καράβια που μου’μαθες να φτιάχνω


"Μα πάλι θαρρώ τις γνωστές βλακείες μου λέω"

Η πρώτη πτήση των αδερφών Ράιτ



ο λογικός έχει δίκιο, μα μόνο με το όνειρο πάει ο κόσμος μπροστά.

Δεμένα πλοία








Δεμένα τα καράβια της φυγής μας, για όσο χρειαστεί.... για το δίκαιο αγώνα των ναυτικών μας..
Που τη ζωή των στεριανών  , στερήθηκαν  με μια καρδιά μικρού παιδιού γεμάτη ανάσες θαλασσινές , όνειρα στου πόντου τη γραμμή  μυρωμένα με  θυμάρι και αρισμαρί.
Ζωές , ψυχές , συντροφιά με τα θαλασσοπούλια που ακούν τους καημούς τους.

Οι ναυτικοί μας που σαν γυρνούν πίσω μετά τα μπάρκα τους , μοιάζουν  με μετανάστες , που δεν αντιλαμβάνονται τη στεριανή σκέψη μα ούτε και οι στεριανοί νιώθουν την θαλασσινή ψυχή.

Τα έυκολα θύματα σε κάθε αντιπαράθεση , τα αντικείμενα φθόνου , λόγω των εισοδημάτων τους που παρεπιπτόντως είναι πλασματικά
Που βρίσκουν μια γωνιά να ακουμπήσουν τα όνειρά τους δίπλα σε κάποιο φιλιστρίνι θωρρώντας,  αναπολώντας , τα λιμάνια ,τις ψυχές και τα κορμιά που άγγιξαν ,τα αμαρτήματα και τις αγαθοεργίες τους , τις αποτυχίες  και τα επιτευγματά τους, με σπινθιροβόλα βλέμματα ποτισμένα μ΄αλμυρό νερό. Την ανθρωπιά τους .

Τα καράβια της φυγής μας έχουν ένα όνομα που λέγεται Ελπίδα.