Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Αστερόσκονη


Κάπου στο παγωμένο πρωινό. Άνοιγε το παράθυρο, μπας και διευκολύνει την έβλεπε στο βάθος να τρεμοσβήνει μια αχνή αχτίνα. Ήθελε να κατευθυνθεί προς τα εκεί μα κάθε που το αποφάσιζε κείνη έσβηνε Έμενε να περιμένει μέσα  πορεία των γραμμάτων, κάποια πουλιά μέσα στη χαραυγή έδιναν μια στάλα ελπίδα. Μα σαν ξημέρωνε ο Θεός τη μέρα,τα σύννεφα πάλι απειλητικά σκεπάζαν τον ουρανό. Βίαιες ώρες....

Αγάπη-Κώστας Ουράνης

Αγάπη-Κώστας Ουράνης
Δεν ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού
και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους στυλωμένα•
αν είναι να 'ρθει, θε να ΄ρθει,
δίχως να νιώσεις από που,
και πίσω σου πλησιάζοντας με βήματα σβησμένα θε να σου κλείσει απαλά,
με τ' άσπρα χέρια της τα δυο,
τα μάτια που κουράστηκαν τους δρόμους να κοιτάνε,
κι όταν γελώντας να της πεις θα σε ρωτήσει:
«ποιά είμ' εγώ;»
απ' της καρδιάς το σκίρτημα θα καταλάβεις ποιά 'ναι.

Δεν ωφελεί να καρτεράς...
Αν είναι να 'ρθει, θε να ΄ρθει.
Κλειστά όλα να 'ναι,
θα τη δεις άξαφνα μπρος σου
 να βρεθεί κι ανοίγοντας τα μπράτσα της πρώτη θα σ' αγκαλιάσει.

Ειδέ, κι αν έχεις φωτεινό,
 το σπίτι για να την δεχτείς,
και σαν φανεί τρέξεις σ' αυτήν,
 κι εμπρός στα πόδια της συρθείς,
αν είναι να 'ρθει, θε να ΄ρθει - αλλιώς θα προσπεράσει.

Mujer azul Yannis Ritsos


click to create your own
La mujer azul Se mojó la mano en el mar. Se volvió azul, la mano. Le gustó. Se zambulló desnuda en el mar. Se volvió azul. Azules también su voz y su silencio. La mujer azul. Todos la admiraron. Nadie la amó. (Versión de Román Bermejo) YANIS RITSOS (Γιάννης Ρίτσος) (Grecia, 1909-1990)

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011



Ντύθηκα τον αφρό σου και αφέθηκα στον άνεμο να με ταξιδέψει πέταξα πάνω απ΄τον άφρό των κυμάτων σου, άγγιξα κείνα τα ίχνη, τα  καμωμένα με δύο δάχτυλα στην άμμο κείνα  τα δάχτυλα που άγγιξαν μιά καρδιά αιώνες τώρα.


Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Thalasssa

κι όταν έλειπε η θάλασσα ήταν κοντά μας ο Θεός.-Γ.Σαραντάρης-Άλλοτε η θάλασσα

Oblivion Beach


Δημουλά -Oblivion Beach


Αργά κωπηλατεί ο ήχος της θαλάσσης,

αργά μπαίνει η θάλασσα

στο κοπιώδες μέγεθός της,

κορόιδο μέγεθος:

το πετσοκόβει η νύχτα,

μένει όσο το θέλει η ακοή

κι όσο μια ασημένια επωμίδα

όποτε βγει φεγγάρι.

Βουνά μπαταρισμένα ακόμα στο άφεγγο

Σκόρπια κράνη που επιπλέουν.

Οι κορυφές, γριές καμπούρες μακρυνότητες,

Αχνό ξεδιπλωμένο καρδιογράφημα,

Αρρυθμίες του ύψους και της πέτρας.

Θάλασσα, βουνά και ουρανός

Μια πηχτή ανόητη ενότης.

Και να’ θελε να υπάρξει ορίζοντας

Σκαλί δεν θα’χε να πατήσει.
φώτο από το google

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

...την είδα πριν λίγο να περνά, δεν άντεξα, έτρεξα και την ρώτησα αν κάτι σοβαρό της συμβαίνει. Κι εκείνη αφού με ευχαρίστησε για το ενδιαφέρον μου είπε "Κόρη μου να προσέχεις, να βλέπεις μόνο με τα μάτια της καρδιάς και όχι με τ'αυτιά σου.
Μου 'πε πως όσοι της είχαν υποσχεθεί πως θα ΄ταν  στα δύσκολα κοντά της, λακίσανε σαν ποντικοί στην πρώτη δυσκολία κι ότι πολύ την πείραξε η αδιαφορία.
Λυπήθηκε μου είπε ,που σε άλλους, σχεδόν άγνωστους ανθρώπους, συμπαραστέκονται, ακόμα και φιλανθρωπίες κάνουν, τους στηρίζουν, κι αυτή που ήταν υποτίθεται η ζωή τους όλη ,την άφησαν να σέρνεται.
Πως κάποτε τρoμάξανε και λίγο την κοιτάξαν μα ήταν κοίταγμα λοξό κι αφού εσιγουρευτήκανε πως προσπαθεί να ζήσει επέστρεψαν στην αδιαφορία τους , γιατί ψυχή στ΄αληθεια δεν είχαν, παρά μόνο ένα άδειο κουτί..εγώ όρκο δεν παίρνω μα ,έτσι μου είπε αυτή που στα τυριά μπροστά δακρύζει, σε κείνα που την μάθανε ....

Κώστας Ουράνης-Περαστικές




Περαστικές- Κώστας Ουράνης
Γυναίκες που σας είδα σ' ένα τραίνο
τη στιγμή που κινούσε γι άλλα μέρη'
γυναίκες που σας είδα σ' άλλου χέρι
με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο'
γυναίκες, σε μπαλκόνια να κοιτάτε
στο κενό μ' ένα βλέμμα ξεχασμένο,
ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο
μ'ένα μαντήλι αργά να χαιρετάτε:
να ξέρατε με πόση νοσταλγία,
στα δειλινά τα βροχερά και κρύα,
σας ξαναφέρνω στην αναμνησή μου,
γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα
απ ' τη ζωή μου μέσα -και που τώρα
κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου!

κοχύλι στο χέρι


  Ήταν σφαλισμένα τα πορτοπαράθυρα όλα,  ζωὴ ἐνδόμυχη έκανε , σαν τις αστουριανές Ayalgas,τις νύμφες των δασών  που φυλάσσουν τους θησαυρούς του,  κάτω από το άγρυπνο μάτι των ερπετών. 

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Words rain


Περπάτησα σε μια ακτή, γεμάτη άμμο και κοχύλια, γεμάτη φύκια που τα ξέβρασε η θάλασσα , αναλύοντας την κάθε σκέψη το κάθε βήμα.  «εφλοίσβιζε μελαγχολικώς φωσφορίζον το κύμα» όπως λέει  ο Παπαδιαμάντης στο  διήγημά του «Έρως – Ήρως».
Αυτός ο ήχος με συντρόφεψε όλη μου την ζωή, προσπαθούσα και ακόμα προσπαθώ να αναλύσω κάθε του μήνυμα.  Δύσκολη δουλειά η αποκρυπτογράφηση χρειάζεται φαντασία , αγάπη και να κλέισεις τα μάτια . Ναι όταν τα μάτια κλείνουν, το μυαλό δραπετεύει σώζεται η ψυχή και το σώμα.
Αχ, και  να μπορούσα να γράφω έτσι που τα γράμματα να γίνονται λέξεις και οι λέξεις προτασούλες δίχως κόμα και τελεία δίχως θαυμαστικά και ερωτηματικά. Να μπουν  όλες μαζί σε ένα μπαλόνι  σ' ένα αερόστατο και να αρχίσουν να πετούν να ανεβαίνουν ψηλά να φτάσουν όσο ψηλά ονειρεύεται η ψυχή και ύστερα να πιάσει μια βροχή από λέξεις να πέφτουν όλες πάνω στα κεφάλια μας να ξεγλυστρούν στις υδροροές, να ταξιδεύουν σαν καραβάια καμωμένα από χαρτί στα μικρά ρυάκια διπλα στα πεζοδρόμια , να φωνάζουν , οι λεξούλες μου και χαρούμενες που θα έχουν ακουστεί να ξεκινούν για κείνο το μακρύ ταξίδι στους ωκεανούς, «μα εγώ γράμματα δεν ξέρω και με πιάνουν κλάμματα»
foto de google.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

προορισμός

 το γαλάζιο ατενίζοντας πέλαγος
και τον καπνό ενός πλοίου
  κείνου του ίδιου καραβιού ΄...
που μια βραδιά τον πήρε

κι ήταν πάλι η μέρα νωτισμένη,
κι ήταν τα χέρια ανήσυχα , διστατικά,

και η καρδιά ασταμάτητα  και απαιτητικά
.... να εκλιπαρεί

Φόρεσε το λευκό το ρούχο
το  ματωμένο  στης καρδιάς το μέρος 
κι άρχισε να πετά πάνω από
τα σαράντα κύμματα τα μαγικά 
 
τους  κήπους της Εδέμ τους κρεμμαστούς
στο μουράγιο,κοντοστάθηκε
στο ξωκκλήσι,   κερί άναψε ένα
και είδε μες στο φως του
 όλα τα  όνειρα, τα ναυαγισμένα
και τις φωνές των πνιγμένων κι άκουσε ,
μέσα σε φλόγες και ουρλιαχτά,
τη γη να γυρνάει είδε κάπου εκεί

το χρόνο να φεύγει είδε πλημυρρισμένος
σ' αλμυρά της ποτάμια μέσα
 στο μαξιλάρι  βουτηγμένος
.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

θάλασσα, ερωμένη μου,




Θάλασσα, ερωμένη μου,
Στίχοι: Μιχάλης Μαρματάκης
Μουσική: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Πρώτη εκτέλεση: Τερμίτες

Εκεί που σβήνει ο Βοριάς κι η καταιγίδα γίνεται σταγόνα
εκεί βρίσκομαι μ' ένα λευκό χαρτί  κι ένα μολύβι
Και γράφω στίχους για σένα θάλασσα, ερωμένη μου,
εκεί που σβήνει ο Βοριάς και το χαλάζι της θύελλας.

Εκεί κοιμάσαι γλυκά ναρκωμένη απ' το πάλεμα ερωμένη μου
Αμαρτωλό μου μήλο, εκεί σε κλέβω, σταγόνα σταγόνα,
 στίχο το στίχο,εκεί χορεύω στο γυμνό σου κορμί

Με τα νιάτα να γυαλίζουν στον ιδρώτα σου
σαν το νερό στο σώμα μωρού που το 'πλυνε η μάνα του
Εκεί που σβήνει ο Βοριάς κι η καταιγίδα γίνεται σταγόνα
εκεί βρίσκομαι μ' ένα βλέμμα νυστέρι επικίνδυνο
Μ' ένα ποίημα αχόρταγο που δε γράφεται
γιατί δεν βρίσκω τέλος
εκεί βρίσκομαι και σε κοιτάζω ερωμένη μου
Ξημερώνει...






εκεί βρίσκομαι κι εγώ γιορτάζοντας
 έναν αιώνα εκατό χρόνια μοναξιάς
παρέα με την ανάσα και τον ήχο σου 
ένας αιώνας κύματα  επιλογές και ανάγκες  όνειρα 
 προσπαθώντας να διατηρώ το μέτρο του εαυτού μου
όσο μπορώ κι ακόμα περισσότερο
με παρέα την εκλεκτή τάξη των θαλασσοπουλιών.


Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Αρκο Ιρις-Παράταση ζωής

Nάξερα ποιός το διάλεξε;
συννεφιασμένη μέρα, ήτανε που βγήκε ο   ήλιος  σεργιάνι κι  έφτιαξε ένα  στεφάνι, μια χούφτα αγριολούλουδα,και πήγε και τ΄απόθεσε σε ένα συννεφάκι  που σαν τον είδε σάστισε ....
ήλιε μου του είπε,  τί ζητάς;
μη με πολυζυγώνεις , εγώ είμαι ένα σύννεφο και σύντομα θα σβήσω,
 τα λουλουδάκια σου εκτιμώ και θέλω να φορέσω ετούτο το αγριολούλουδο, μα θα βαρύνει η καρδιά και θα πνιγώ στο δάκρυ του γαλανού σου ουρανού.


Ο ήλιος το αγάπησε τούτο το συννεφάκι , κι εκείνο γέλαγε ευτυχισμένο  με την καρδιά και την ψυχή και χόρευε κοντά του, δίχως να νοιάζεται,
 κι ενώθηκαν τα δυο μαζί και κάναν ένα δρόμο, βουτήξανε στη θάλασσα και χάθηκαν δεμένοι,  φέρνοντας  φως , χαρά και κάτι από ελπίδα,
γι αυτό και κάθε που θα δεις τα δάκρυα του ήλιου μη κλάψεις, μόνο να χαρείς,
 γιατί  το συννεφάκι μας δεν το νοιαζε , πόσο αλλόκοτο ήταν να βγαίνει ο ήλιος με βροχή μέσα στην ίδια ώρα,
γιατί γνωρίζουν και οι δυο πως στον γαλαζιο ουρανό,
 το πιο όμορφο στολίδι είναι το τόξο που όποιος το δει γνωρίζει πως όλα τα αληθινά και άπιαστα είναι εκεί αρκεί να τα γυρέψεις.

Αν τη γαλήνη σου τάραξα χωρίς αυτό να θέλω, το μονοπάτι της χαράς  γεννιέται μες τη θάλασσα και  εκεί πάλι πεθαίνει.

"Poema de mi soledad"

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

και οι εχθροί ακόμα ψέμα

και όσοι πίστεψαν πως μπορεί, όλοι μαζί να γίνουν ένα, φωτιά τους κέρασε η ζωή, και η ιστορία μόνο ψέμα, και όσα θέλω όλα ψέμα, και η αγάπη ένα ψέμα, και οι εχθροί ακόμα ψέμα.



14 Νοεμβρίου 2011




..στο άφταστο της θάλασσας και του ουρανού… ο βράχος του μεσημεριού στον ιδρώτα του γρέγου μέσα στα αγγίγματα του ανέμου, μέσα στις μυρωδιές ενός συννεφιασμένου βροχερού ουρανού, και τότε τούτος ο βράχος τούτη η θάλασσα πραγματικά θα σ' έχει σημαδέψει…..

 
 
15 Νοεμβρίου 2011

….αφράτα μολυβένια σύννεφα μεσουρανούνε κι αφήνουν ανήσυχες αχτίνες ήλιου να αγγίξουν απαλά το πρόσωπο λιμανιού του τόπου μου ,αναζωογονεί τα κύτταρα μας και μας γεμίζει ελπίδα ,μπερδεύοντας οριακά με τα χρώματα του ουρανού…
16 Νοεμβρίου 2011
..είναι στιγμές που νοιώθω να στροβιλίζομαι μέσα στη δίνη,
πρωινού φουρτουνιασμένου στο τόπο μου
που ξαφνικά άρπαξε την ύπαρξή μου,
διώχνοντας μακριά μου τη γαλήνη…
 

Αυτός





…την νύχτα που γύρευα μόνος να βρω τον χαμένο εαυτό μου
με φάρο, τα φώτα ενός νυχτερινού αργοσαρωνικού…
.κρατάω ακόμα
λίγο από του τόπου μου το χρώμα,
ξεροκλαδα μ’ άνθη με πέταλα χιονάτα
ντύνοντας ελπίδες… μέσ' του μυαλού τα χάσμα τ.τ.ν










 

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Για ένα μικρό κομμάτι πορτοκαλιού παραμυθιού στο γαλάζιο το απέραντο της μνήμης.



 
η μέρα που τον ήχο δεν θα ακούω φτάνει, η ώρα που θα απελευθερωθεί απ΄ τα δεσμά του εκεί που αγάπησε , στο χρώμα που λάτρεψε, στον ήχο που ονειρεύεται, σαν ανοίξεις το κουτί με της ψυχής το κοχυλάκι στο γαλάζιο το άφταστο της θαλασας και του ουρανού , θα ξέρεις πως η αιτία που καθένα μαζεύτηκε με επιμέλεια και προσοχή κι έτσι η φήμη και η υστεροφημία σου θα σε ακολουθούν ο βράχος του μεσημεριού στον ιδρώτα του ήλιου και στα λόγια ενός ατέλειωτου παραμυθιού μέσα στα βελούδινα αγγίγματα του ανέμου μέσα στις μυρωδιές ενός συννεφιασμένου ουρανού κείνη τη μέρα όλοι θα μιλούν για σένα και τότε κείνο το πλεούμενο πραγματικά θα σ'εχει σημαδέψει.
Για ένα μικρό κομμάτι πορτοκαλιού παραμυθιού στο γαλάζιο το απέραντο της μνήμης. .


 

ψυχή μου

Όμορφα ταξίδια
Στίχοι: Νίκος Γαλανιάδης
Μουσική: Μιχάλης Κουμπιός
Πρώτη εκτέλεση: Ειρήνη Χαρίδου
Άσε με και πάλι πλάι σου να γείρω,
στο χαμόγελό σου κάνει ο κόσμος γύρο
Φτιάχνει το μυαλό μου χίλια δυό σκαριά
σαν παλιές γαλέρες άνοιξαν πανιά
Όμορφα ταξίδια στο κορμί σου πάνω
τέτοιαν ώρα Θεέ μου θέλω να πεθάνω
αχ και να μπορούσα λίγο να σταθώ
και στο χρόνο μέσα ν'απογειωθώ
Άσε με και πάλι πλάι σου να γείρω
μες στα δυό σου μάτια κάνει ο κόσμος γύρο
Φτιάχνουν τα φιλιά μας άλλον ουρανό
μέσα στον καθρέφτη κάθε δειλινό
Όμορφα ταξίδια στο κορμί σου πάνω
τέτοιαν ώρα Θεέ μου θέλω να πεθάνω
αχ και να μπορούσα λίγο να σταθώ
και στο χρόνο μέσα ν'απογειωθώ
Πρωινό ξύπνημα ακούγοντας τούτο το τραγούδι μέσα στο όνειρο...
Ναι θα ήταν όμορφα, στο χρώμα της αυγής ή και του δειλινού να φεύγει η ψυχή, να ταξιδεύει για κει που κανείς δεν δεσμεύει, κανείς δεν αλυσοδένει και λεύτερη ακουμπά όπου εκείνη επιλέγει, σαν το άγγιγμα κείνης της πεταλούδας.....

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

η δεύτερη

Ο πόνος σαν έρθει απλώνεται παντού σαν μαύρο πέπλο και σκεπάζει  πρώτα απ' όλα τα  βλέφαρα κι απ΄εκεί κατηφορίζει στα μάγουλα που τρέμουν , στο στόμα που προσπαθεί να ψελλίσει, μα δεν τα καταφέρνει, διασχίζει το λαρύγγι όπου κατακαίει τα πάντα...έτσι που και να θες οι λέξεις να μην βγαίνουν.
Αφού ήδη σου έχει σμπαραλιάσει το μυαλό.

Ήρθε μια κατά τ' άλλα πανέμορφη μέρα  να διαλύσει, να εξοντώσει με τα δίκαια  μα και υπερβολικά αιτήματά της, να σε στήσει στον τοίχο.
Ύψωσε το χέρι και σκόπευσε...δίχως μια στάλα συμπόνια , δίχως μια στάλα καρδιά.
Ίσως τελικά να ισχύει 'κεινη η κουβέντα "ότι στα δύσκολα κανείς πορεύεται μονάχος"


Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Γυναίκες με θλιμένα μάτια

Η κυρία Αναστασία είχε θυμάμαι τα πιό χαρούμενα μάτια σε όλο τον ντουνιά. Ακόμα κι όταν δεν γελούσε εκείνα κλείναν σα να είχε γελάσει με την καρδιά της. Σ΄εβλεπε και σου 'σφιγγε το χέρι από καρδιάς και το πρόσωπό της το φώτιζε μια αχνή λάμψη, "φεγγαρένια μου" την φώναζε  ο κύρης της.
Παιδούλα σαν ήτανε είχε περάσει πολλά, μα εκείνο το φώς ποτέ δεν σκοτείνιασε. Χαμογελούσε σαν έπεφτε και ξανασηκωνόταν, χαμογελούσανε τα μάτια της, σαν  ο δάσκαλος την ρωτούσε κι εκείνη πάντα γνώριζε την απάντηση. Έφηβη σαν ήτανε , τα ματάκια της σα δυο μικρές φωτεινές κουμπώτρυπες εξαφανίζονταν μέσα στα ροδομάγουλά της σαν γελούσε με την καρδιά της στα νεανικά τιτιβίσματα με τις φιλενάδες της.
Στην δουλεία της αργότερα όλοι τό είχανε να κάνουν με τα χαμογελαστά ματάκια της , κι εμείς την βλέπαμε κι αναρωτιώμαστε από ποού αντλεί τόση δύναμη αυτή η γυναίκα. Οι φίλες της, οι φίλοι της, οι φίλες των φίλων όλοι απολάμβαναν την παρέα και την αγάπη της ...γιατί η κυρία Αναστασία μας για όλους είχε. Είχε ένα χαμόγελο δεμένο με μια καλή κουβέντα με ένα γλυκό φιλί για τις φίλες της και ένα χτύπημα στην πλάτη για τους φίλους.
Τα χρόνια που περνούσαν φώτιζαν την ζωή της , και κάθε δυσκολία την δυνάμωνε σαν να έκρυβε μέσα της το μαγικό λυχνάρι των ευχών.
Πριν λίγες μέρες η κυρία Αναστασία πέρασε μπροστά μας, δίχως να μας χαιρετίσει, την κοιτάξαμε παραξενεμένες , κατεθύνθηκε προς τον πάγκο των τυριών στάθηκε εκεί και δίχως να πει κουβέντα  άρχισε να δακρύζει. Κανείς μας δεν μπόρεσε να αρθρώσει μια συλλαβή. Η κυρία Αναστασία  αγόρασε  μέσα σε λυγμούς την συνηθησμένη της ποσότητα τυριού και εξαφανίστηκε. Σαν να μην μας είχε δει καν. Έκτοτε όταν την συναντώ τα μάτια της έχουν μια σκοτεινιά, σαν ουρανός μολυβιασμένος λίγο πρίν την καταστροφή, κι εκείνη βαδίζει αμίλητη.

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

ένα Ποιήμα

Φθινόπωρο



Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά
γοργά ο πελαργός τα πελαγώνει
κι η φλύαρη χελιδονοφωλιά
χορτάριασε παντέρημη και μόνη.


Του σπίνου χάθηκ` η γλυκιά λαλιά
φοβήθηκε ο μελισσουργός το χιόνι
κι η σουσουράδα στην ακρογιαλιά
δεν τρέχει δεν πηδά δεν καμαρώνει.


Στης λυγαριάς τ` ολόξερο κλαδί
του φθινοπώρου φτωχικό παιδί,
ο καλογιάννος πρόσχαρος προβάλλει,


με λόγια ταπεινά και σιγανά.
Μικρός προφήτης, φτερωτός μηνά
την άνοιξη, που θα γυρίσει πάλι.


Γεώργιος Δροσίνης